Ναυτικό και εθνική στρατηγική – Γράφει ο Δ.Απόκης

Η νέα στρατηγική συμμαχία ΗΠΑ - Αυστραλίας - Βρετανίας και οι ευκαιρίες τις Ελλάδας

Φωτ. Αρχείου ΑΠΕ

Η ανακοίνωση της τριμερούς στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Αυστραλίας, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί και επίσημα πλέον την έναρξη της αντίδρασης της Δύσης και κυρίως της Ουάσιγκτον, στην στρατηγική απειλή της ανόδου της Κίνας, δείχνει και τον κυρίαρχο ρόλο που θα έχουν οι ναυτικές δυνάμεις στον επερχόμενη κόντρα με το Πεκίνο και όχι μόνο.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Δεν είναι τυχαίο ότι η στρατηγική συνεργασία των τριών χωρών, ξεκινά με την ανακοίνωση ότι Ουάσιγκτον και Λονδίνο, θα παραχωρήσουν στην Αυστραλία άκρως απόρρητη τεχνολογία έτσι ώστε να κατασκευάσει πυρηνοκίνητα υποβρύχια. Όπως επίσης, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Αυστραλία ακύρωσε το κολοσσιαίο συμβόλαιο που είχε με τη Γαλλία, για την προμήθεια συμβατικών υποβρυχίων.

Η ανάδειξη των ναυτικών δυνάμεων σε κυρίαρχο όπλο των στρατηγικών, και όχι μόνο αντιπαλοτήτων, είναι βαρύνουσας σημασίας και δεν θα περιοριστεί μόνο στον κρίσιμο, στρατηγικά, για την ΗΠΑ χώρο του Ειρηνικού και Ινδικού Ωκεανού. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει, να αναδείξει τις στρατηγικές συνεργασίες με έμφαση στις ναυτικές δυνάμεις, με συμμαχικές χώρες ακόμα και σε περιοχές που αποχωρεί, όπως για παράδειγμα την Ανατολική Μεσόγειο.

Το κομμάτι αυτό της νέας στρατηγικής της Ουάσιγκτον, αφορά άμεσα και τη χώρας μας, με δεδομένο ότι μετά τη σημαντική και σωστή, από κάθε άποψη, ενίσχυση της πολεμικής μας αεροπορίας, η ανάγκη για αναβάθμιση του πολεμικού μας ναυτικού είναι παραπάνω από επιτακτική, όχι μόνο από την οπτική της εθνικής ασφάλειας, αλλά και σε επίπεδο διαμόρφωση μιας σύγχρονης εθνικής στρατηγικής έτσι ώστε η Ελλάδα, να αποτελέσει σοβαρό παίκτη στο νέο στρατηγικό παιχνίδι στην ευρύτερη περιοχή μας.

Η χώρα μας βρίσκεται πολύ κοντά στην απόφαση για την απολύτως απαραίτητη απόφαση προμήθειας φρεγατών ως μια πρώτη κομβικής σημασίας κίνηση αναβάθμισης του πολεμικού ναυτικού.

Αφού ξεκαθαρίσω, ότι αρμόδιοι και ικανοί περισσότερο από οποιονδήποτε για την απόφαση του ποιες φρεγάτες θα επιλεχθούν, είναι οι επιτελείς του πολεμικού ναυτικού, καλό θα είναι η στρατηγική αυτή απόφαση να μην περιοριστεί στα στενά τεχνικά όρια, αλλά να λάβει υπόψη τη συνολική στρατηγικά εικόνα.

Οι κυρίαρχες, όπως όλα δείχνουν, προσφορές είναι αυτές της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, δυο χωρών με τις οποίες η Ελλάδα έχει άριστες σχέσεις, και μάλιστα η πρόσφατη προμήθεια των μαχητικών αεροσκαφών Rafale από τη Γαλλία, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή τη στρατηγική σχέση.

Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η βασική στρατηγική σχέση της Ελλάδας είναι αυτή με την Ουάσιγκτον και είναι μια σχέση που σε συνδυασμό με την απολύτως απαραίτητη ενίσχυση και παγίωση της στρατηγικής μας σχέσης με το Ισραήλ, εξασφαλίζει στο μελλοντικό σκληρό γεωπολιτικό παιχνίδι τα συμφέροντα της Ελλάδας, και πρέπει να παγιωθεί.

Στο τραπέζι των προσφορών για την προμήθεια των φρεγατών από το Πολεμικό Ναυτικό, υπάρχει και η αμερικανική πρόταση της Lockheed Martin. Η πρόταση αυτή παρά τα όσα λέγονται και ακούγονται, είναι ιδιαίτερα ελκυστική και παρέχει μια σειρά από σημαντικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, που υπηρετούν τη λογική ότι τέτοιου είδους κρίσιμες αποφάσεις πρέπει να λαμβάνουν τη συνολική εικόνα και όχι την αυστηρά τεχνική.

Ανάμεσα στα πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα της πρότασης είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή  της MDCA (Συμφωνία Στρατιωτικής Αμυντικής Συνεργασίας) με τις ΗΠΑ, και η επιλογή της αμερικανικής πρότασης ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας μας.

Η αμερικανική πρόταση παρέχει διαλειτουργικότητα με τον 6ο στόλο του Ναυτικού  των Ηνωμένων Πολιτειών. Επίσης, παρέχει πλήρως ενσωματωμένο με το MH-60R και διαλειτουργικό με τα αεροσκάφη P-3, F-16 και F-35. Μέσω αυτού του προγράμματος, η Ελλάδα θα αναπτύξει τις δεξιότητες και την υποδομή για την υποστήριξη πιθανών αναγκών του USN σε σχέση με τη συντήρηση και την υποβολή εκθέσεων, και θα υποστηρίξει δυνητικά τους συμμαχικούς στόλους LCS και MMSC στο μέλλον.

Η πρόταση δημιουργεί ένα καθεστώς για κοινές ανάγκες εκπαίδευσης και δυνατοτήτων με το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, αλλά και προοπτικές για την ανάπτυξη ενός περιφερειακού κόμβου εκπαίδευσης και υποστήριξης στην Ελλάδα για μια σειρά συστημάτων LM, που χρησιμοποιούνται ήδη από καθιερωμένους συμμάχους της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.

Επίσης, παρέχει εναλλαξιμότητα μεταξύ περιουσιακών στοιχείων των ΗΠΑ και HN για καλύτερη ενσωμάτωση κατά τη διάρκεια συμμαχικών επιχειρήσεων και αποστολών.

Ταυτόχρονα, το πλαίσιο πολιτικής για συμβάσεις G2G μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας είναι σημαντικά πιο ευέλικτο από το αυστηρό πλαίσιο ανταγωνισμού της ΕΕ.

Η λύση της LM θα προωθήσει περαιτέρω συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, σε μια ευρύτερη βιομηχανική βάση και θα δημιουργήσει πρόσθετες ευκαιρίες στο μέλλον.

Η λύση της LM είναι ένας κόμβος για στρατηγικά όπλα όπως τα UAV και θα παρέχει μια διαλειτουργικότητα με μια σειρά στρατηγικών εταίρων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ανώτερη επιχειρησιακή ικανότητα σε φάσμα e/m και στις επιχειρήσεις κυβερνοπολέμου.

Ένα πολύ κρίσιμο και βαρύνουσας σημασίας προτέρημα της αμερικανικής πρότασης είναι το γεγονός ότι η Lockheed Martin, σκοπεύει να συνεργαστεί με την εταιρία IAI / Elta, του Ισραήλ, για την παροχή του συστήματος ηλεκτρονικού πολέμου (EW) για το Hellenic Future Frigate (HF2). Αυτό πιτρέπει στο HF2 να παρέχει ανώτερη επιχειρησιακή ικανότητα σε ηλεκτρονικούς πολέμους και στον τομέα της κυβερνοασφάλειας.

Τέλος, αξίζει να επισημανθεί, ότι η Lockheed, όπως αναφέρουν έγκυρες πληροφορίες, έχει προτείνει συμμετοχή, σε μεγάλο ποσοστό, των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά στην κατασκευή των Φρεγατών και ακόμη περισσότερο, στήριξη των Ναυπηγείων, και σε μελλοντικά κατασκευαστικά projects της εταιρίας, γεγονός που αποτελεί πολύ σημαντική κίνηση για την ενίσχυση της στρατηγικής σημασίας της Ελλάδας, στην ευρύτερη περιοχή και όχι μόνο.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η απόφαση είναι, και σωστά αποκλειστική ευθύνη των ειδικών του Πολεμικού μας Ναυτικού, αλλά παρόλα αυτά αξίζει να επισημανθεί ότι σε τέτοιου είδους αποφάσεις πέρα από το τεχνικό κομμάτι, η ευρύτερη στρατηγική εικόνα είναι βαρύνουσας σημασίας. Θα είναι λάθος, να παραβλέψει κανείς τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που προσφέρει η αμερικανική πρόταση της Lockheed Martin.

 

Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.