Η δύσκολη εξίσωση Μπάϊντεν – Ερντογάν!

Πολλά λέγονται και πολλά γράφονται τους τελευταίους μήνες και τα τελευταία εικοσιτετράωρα για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ενόψει της κρίσιμης συνάντησης του Αμερικανού Προέδρου, Τζό Μπάϊντεν, με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Γενικά επικρατεί μια ευφορία γύρω από την πίεση της Ουάσιγκτον, προς την Τουρκία. Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη ρητορική, από αμερικανικής πλευράς η πίεση προς την Τουρκία, έχει αυξηθεί σημαντικά από τη στιγμή που ανέλαβε την Προεδρία, ο κ. Μπάϊντεν, καλό θα είναι εδώ στην πατρίδα μας να είμαστε προσγειωμένοι και έτοιμοι για πάν ενδεχόμενο.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Η συνάντηση είναι σίγουρα κρίσιμη και τα αποτελέσματα της είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε ένα νέο πλαίσιο τις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Το μεγάλο ζητούμενο είναι το ποιο θα είναι αυτό το πλαίσιο.

Ανεξάρτητα από το τι πιστεύουμε, τι επιθυμούμε, εδώ στην Ελλάδα, αλλά και τι είναι δίκαιο και σωστό, οι αποφάσεις και οι πολιτικές στις διεθνείς σχέσεις δεν διαμορφώνονται ανάλογα με τα γούστα και τις επιθυμίες, και δυστυχώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων με βάση τι είναι δίκαιο και σωστό. Αυτό που κυριαρχεί είναι το συμφέρον.

Αναμφίβολα, η Τουρκία είναι μια σημαντική χώρα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταυτόχρονα, η σημερινή Τουρκία του Ερντογάν αποτελεί και μια δύσκολη εξίσωση για την Ουάσιγκτον. Ο λόγος πολύ απλός.

Η σημερινή Τουρκία του Ερντογάν δεν έχει καμία σχέση με την σκληρά Κεμαλική – κοσμική και ξεκάθαρα αντισοβιετική Τουρκία του Ψυχρού Πολέμου.

Το κλίμα στο Κογκρέσο είναι πολύ βαρύ για την Τουρκία και ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Τόνι Μπλίνκεν, είναι έντονα επικριτικός για την Άγκυρα, στηρίζοντας κατά κάποιο τρόπο και τις ανησυχίες της Ελλάδας και της Κύπρου, όσο αφορά την παραβατικότητα και προκλητικότητα της στο Αιγαίο και τα νερά της Κύπρου. Το ίδιο συμβαίνει και στο θέμα της επίλυσης του Κυπριακού. Επίσης, έντονη είναι η κριτική για τις επεμβάσεις της Τουρκίας στη Λιβύη, το Αζερμπαϊτζάν, τη Συρία. Μόνιμο αγκάθι αποτελεί επίσης, η έντονα αντισημιτική στάση του Τούρκου Προέδρου. Υπήρξε και η σημαντική σημειολογικά κίνηση του Αμερικανού Προέδρου, να αναγνωρίζει την Γενοκτονία των Αρμενίων.

Έντονη είναι η κριτική και για θέματα δημοκρατίας, ελευθερίας του τύπου,

Σε όλα όμως αυτά εκείνο που λείπει είναι το δια ταύτα, και αυτό είναι το σημαντικό.

Είναι σαφές ότι η Ουάσιγκτον και ειδικά η κυβέρνηση Μπάϊντεν, έχει σημαντικά προβλήματα έναντι της σημερινής Τουρκίας, και σίγουρα δεν είναι καθόλου ντροπαλή στον να δημοσιοποιεί, με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο.

Την ίδια στιγμή και η Τουρκία, έχει μια λίστα από θέματα στα οποία επικαλείται ότι έχει πρόβλημα με τη στάση της Ουάσιγκτον. Υπάρχει η καχυποψία σε εθνικιστικούς και ισλαμικούς κύκλους, αλλά και στο κοντινό περιβάλλον του Ερντογάν, ότι η Ουάσιγκτον υποστήριξε και έβλεπε θετικά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016. Οι αμερικανικές κυρώσεις για την αγορά των Ρωσικών πυραύλων S-400, από την Τουρκία, η Αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τον Πρόεδρο Μπάϊντεν, η υποστήριξη των Κούρδων του YPG στη Συρία, είναι τα θέματα τα οποία προτάσσει η Τουρκία για την ένταση που έχει στη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ουάσιγκτον και Άγκυρα είναι βέβαιο ότι έχουν αρκετά θέματα στο τραπέζι, έτσι ώστε αυτή η ένταση μεταξύ τους να παραμείνει ζωντανή. Ταυτόχρονα, όπως ανέφερα παραπάνω, η Τουρκία έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με τα παραδοσιακά πρότυπα που γνώριζε και βάση των οποίων λειτουργούσε απέναντί της, το σύστημα εξωτερικής πολιτικής στην αμερικανική πρωτεύουσα. Το ίδιο έχει συμβεί και με την ευρύτερη γειτονιά της Τουρκίας, η οποία τυγχάνει να είναι και δική μας γειτονιά. Η αλλαγή αυτή είναι σημαντική και τέτοια που έχει καταστήσει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, πολύ πιο σημαντικές και πολύ πιο πολύπλοκες – δύσκολες.

Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση Μπάϊντεν και το σύστημα εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσιγκτον, με βάση αυτό το δεδομένο, δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ένα πλαίσιο λειτουργίας της σχέσης με τη σημερινή Τουρκία. Η συνάντηση Μπάϊντεν με τον Ερντογάν, αλλά και η δουλειά που έχει γίνει ήδη από τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών, Τόνι Μπλίνκεν, την επίσκεψη της Αναπληρώτριας Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Γουέντι Σέρμαν, στην Τουρκία, και άλλων Αμερικανών αξιωματούχων με τους ομολόγους τους στην Άγκυρα, θέτει σε κίνηση τη διαδικασία διαμόρφωσης αυτού του νέου πλαισίου.

 

Εάν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, και να κάνουμε σωστό σχεδιασμό αντιμετώπισης αυτής της νέας Τουρκίας, θα πρέπει αυτό το δεδομένο να το χωνέψουμε εδώ στην Ελλάδα.

Το μεγάλο αγκάθι στην υπό διαμόρφωση νέα σχέση της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα, είναι η σχέση που η Τουρκία του Ερντογάν έχει διαμορφώσει με τη Ρωσία του Πούτιν.

Η σημερινή Ρωσία, εάν εξαιρέσει κανείς την επικοινωνιακή μαεστρία και τις ικανότητες του Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι πολύ πιο αδύναμη από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση. Η σχέση της Τουρκίας του Ερντογάν με τη Ρωσία του Πούτιν, είναι μια λυκοφιλία, που πάντα κρύβει καχυποψία.

Αυτή ακριβώς η πτώση της δύναμης της Ρωσίας, είναι που δίνει τη δυνατότητα στη νέα Τουρκία να αισθάνεται ιδιαίτερα πιεσμένη από τον κίνδυνο της Μόσχας και να χρειάζεται να ακουμπά αποκλειστικά και υπάκουα στην Ουάσιγκτον.

Οι σημαντικές αλλαγές που έχουν γίνει στην ευρύτερη περιοχή μας, έχουν αποδυναμώσει και άλλες , στο παρελθόν, παραδοσιακά ισχυρές δυνάμεις ειδικά στον Αραβικό κόσμο. Το Ιράν έχει γονατίσει από τις οικονομικές κυρώσεις. Η Αίγυπτος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σοβαρή περιφερειακή δύναμη και αυτό το επιβεβαιώνουν σωρεία διεθνών αναλύσεων. Η Λιβύη και η Συρία είναι υπό διάλυση, και το Ιράκ είναι σαφές ότι δεν πρόκειται σύντομα να ορθοποδήσει.

Αυτή η κρίσιμη κατάσταση μαζί με την αποχώρηση των Αμερικανών από τη Μέση Ανατολή και το κενό το οποίο δημιουργεί, προκαλεί μεγάλη ανησυχία στην Άγκυρα με αποτέλεσμα να είναι απρόβλεπτη, καθόλου παραδοσιακή στις αντιδράσεις της και φιλόδοξη για το ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό δημιουργεί ένα διαρκή κίνδυνο για τη χώρα μας και με αυτό στο μυαλό μας πρέπει να σχεδιάζουμε και να λειτουργούμε.

Η πιο σταθερή και απόλυτα χρήσιμη παράμετρος για την Ελληνική εξωτερική πολιτική είναι η εμβάθυνση και εξέλιξη σε πραγματικά στρατηγική συνεργασία σε όλα τα επίπεδα, της σχέσης μας με το Ισραήλ.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αποτελεί δυσμενή εξέλιξη η παρούσα πολιτική αστάθεια στο Ισραήλ και η διαφαινόμενη αποχώρηση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ενός πραγματικού φίλου της Ελλάδας και του μοναδικού σοβαρού αντίπαλου δέους στην Τουρκία του Ερντογάν στην ευρύτερη περιοχή μας,  από την Πρωθυπουργία του Ισραήλ.

Ο ετερόκλητος συνασπισμός που δημιουργείται στο Ισραήλ με μοναδικό στόχο την απομάκρυνση Νετανιάχου από την πρωθυπουργία, είναι βούτυρο στο ψωμί για την Τουρκία του Ερντογάν, και αυτό θα το διαπιστώσουμε στο άμεσο μέλλον.

Όσο αφορά την δήθεν Ενωμένη Ευρώπη, απέναντι στην νέα Τουρκία, είναι αστείο να ασχοληθεί κανείς. Μιλάμε για έναν ανύπαρκτο γεωπολιτικό παίκτη, ο οποίος δεν αποτελεί ουσιαστικό μοχλό πίεσης για την Άγκυρα.

Βέβαια ο δρόμος της νέας Τουρκίας δεν είναι εύκολος. Η Ρωσία αν και αδύναμη είναι ακόμα σοβαρός κίνδυνος για την Άγκυρα. Η εμπλοκή της στη Συρία είναι καταστροφική οικονομικά και στο θέμα των προσφύγων.

Η Τουρκία έχει μπει σε ένα δρόμο που δεν πρόκειται να αλλάξει. Και αυτοί που εδώ στην Ελλάδα πιστεύουν ότι θα είναι καλύτερα τα πράγματα με μια αποχώρηση Ερντογάν, μιλάμε για πλάνη τεραστίου μεγέθους. Στην εξωτερική πολιτική το μονοπάτι στο οποίο κινείται η Τουρκία είναι μονόδρομος και δεν εξαρτάται πλέον από πρόσωπα. Και είναι ένα μονοπάτι που μόνο κινδύνους προμηνύει για την Ελλάδα.

Παρά την ρητορική μάχη και κάποια μικρά κτυπήματα από την Ουάσιγκτον στις σχέση της με την Άγκυρα, ΗΠΑ και Τουρκία έχουν κοινά συμφέροντα. Στη Συρία, στη Λιβύη, και στο Ιράκ. Και οι δύο δεν βλέπουν με καλό μάτι την αύξηση της παρουσίας της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα, και τον Καύκασο. Επίσης κοινά συμφέρονται έχουν και στην αποκόλληση από την επιρροή της Μόσχας σε μια σειρά από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, και την επέλαση της Κίνας σε αυτές.

Ότι και να γίνει όσο αφορά τον Ερντογάν η Τουρκία δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ξανά η Κεμαλική – Κοσμική Τουρκία που γνώριζε και συνεργαζόταν η Ουάσιγκτον. Η εξωτερική της πολιτική θα γίνεται όλο και πιο αυτόνομη και απρόβλεπτη και αυτό έχει αρχίσει να γίνεται κατανοητό στην Αμερικανική πρωτεύουσα.

Αυτό που καλείται να πετύχει στη συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν, ο Πρόεδρος, Τζό Μπάϊντεν, είναι όχι να επαναφέρει τη σχέση Ουάσιγκτον – Άγκυρας στα παραδοσιακά πλαίσια, αλλά να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο σχέσης μεταξύ των δυο χωρών.

Και με βάση αυτό το δεδομένο, αυτό που πρέπει να μας καίει ως Ελλάδα είναι μήπως ζωτικά εθνικά μας συμφέροντα και μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας, στο δια ταύτα αποτελέσουν θύμα αυτού του νέου πλαισίου σχέσης Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας.

Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.