Ο Ερντογάν στη μέγγενη της Ουάσιγκτον – Δύσης

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο απολυταρχικός ηγέτης της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, είναι ένας εξαιρετικά ευφυής πολιτικός. Το χρόνια τα οποία έχει καταφέρει να διατηρηθείς στην εξουσία και ο πλήρης έλεγχος που ασκεί στο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας, αποτελούν απόδειξη για του λόγου το αληθές. Παρόλα αυτά, η επιτυχία του αυτή φαίνεται ότι τον έχει οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο, που ειδικά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής δεν φαίνεται να έχει διέξοδο. Μάλιστα, όπως όλα δείχνουν βρίσκεται στα πρόθυρα η μέγγενη στην οποία των έχουν βάλει οι Ηνωμένες Πολιτείες και κατ’ επέκταση η Δύση, να του στοιχίσει την πολιτική του επιβίωση.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Όπως συνηθίζουμε να λέμε στις διεθνείς σχέσεις, ο αμετροεπής Πρόεδρος της Τουρκίας, he overplay his hand. Λόγω της στρατηγικής θέσης της Τουρκίας, αλλά και των ιδιαίτερα στενών σχέσεων του τουρκικού πολιτικού, διπλωματικού και στρατιωτικού κατεστημένου, με την Ουάσιγκτον, και τη Δύση ευρύτερα, ο Ερντογάν, πίστεψε ότι θα μπορούσε να πάει κόντρα στη φύση και να κερδίσει την παρτίδα. Είναι γεγονός ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει, αλλά στην πορεία ξέχασε τη σοφή παροιμία που λέει, «όποιος βγαίνει από το μαντρί τον τρώει ο λύκος.

Το θανάσιμο λάθος του απολυταρχικού ηγέτη της Τουρκίας, ήταν ότι όχι μόνο πίστεψε ότι θα μπορούσε να βγει από το μαντρί της Δύσης, αλλά ότι θα μπορούσε χωρίς κανένα κόστος να συνάψει σχέσεις και μάλιστα στενές, με το μεγαλύτερο εχθρό της Ουάσιγκτον, τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Το να κάνεις νάζια και να είσαι το ατίθασο παιδί είναι κάτι για το οποίο, ειδικά όταν είσαι μεγάλο και στρατηγικό μαγαζί, μπορείς να πάρεις άφεση αμαρτιών. Το να συνάψεις όμως σχέση με τον μισητό εχθρό και μάλιστα στενή, η οποία θίγει σημαντικά συμφέροντα της Δύσης, επιφέρει θανατική ποινή και με βασανιστικό τρόπο.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τράμπ, το βαθύ κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον, με δική του επιλογή είχε κρατηθεί όχι μόνο εκτός κυβερνητικού παιχνιδιού, αλλά είχε κηρύξει τον πόλεμο, στον Ντόναλντ Τράμπ, και την κυβέρνησή του. Ακόμη και τα λίγα πρόσωπα του κατεστημένου, τα οποία μπήκαν για λίγο στο κυβερνητικό παιχνίδι, π.χ. Μάτις, Μακ Μάστερς, Μπόλτον, αποχώρησαν με βροντές εναντίον του πρώην Προέδρου.

Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα, στη διάρκεια της διακυβέρνησης Τράμπ, ήταν αυτό που λέμε ισορροπία της ησυχίας. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν άρεσε στο κατεστημένο, για αυτό και οι συνεχείς διαρροές και ο πόλεμος για σκανδαλώδεις σχέσεις του Τράμπ με τον Πούτιν και τη Μόσχα, αλλά και παρέμβαση της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, το 2016 και το 2020.

Και εδώ ήταν το λάθος του Ερντογάν, ο οποίος ζύγισε τελείως λάθος την κατάσταση και πίστεψε ότι θα μπορούσε ατιμωρητί να το παίξει δίπορτο μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη για τον ίδιο και την Τουρκία.

Απέτυχε να καταλάβει όταν ακόμη και ο Τράμπ του επέβαλε κυρώσεις στο χάλυβα και το ατσάλι, και όταν επί κυβέρνησης Τράμπ ξεκίνησε η αποπομπή της Τουρκίας, από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών  F-35, και έγινε επιβολή κυρώσεων για την αγορά των ρωσικών πυραύλων s-400, βάση του αμερικανικού νόμου CATSA, ότι η μπλόφα του όχι μόνο δεν θα του έβγαινε, αλλά τον οδηγούσε με γρήγορους ρυθμούς σε ένα θανάσιμο αδιέξοδο.

Και σαν να μην έφτανε όλα αυτά η καταστροφική επικοινωνιακά διαχείριση της Πανδημίας, από τον πρώην Πρόεδρο Ντόναλντ Τράμπ, τον οδήγησε σε ήτα στις προεδρικές εκλογές, με αποτέλεσμα η νίκη του Τζό Μπάϊντεν να φέρει στην εξουσία το κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον, το οποίο είναι ορκισμένος εχθρός του Πούτιν και της Ρωσίας.

Τα κτυπήματα για τον ίδιο τον Ερντογάν και την Τουρκία, άρχισαν το ένα μετά το άλλο, και είναι επίπονα. Τρείς μήνες έχουν περάσει από την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων στις ΗΠΑ, από τον Τζό Μπάϊντεν, και το τηλέφωνο του Ερντογάν ακόμη να κτυπήσει για να συνομιλήσει μαζί του ο Αμερικανός Πρόεδρος. Η εκδίωξη της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 είναι πλέον τελική. Η στήριξη προς την Ελλάδα και την Κύπρο έναντι της παραβατικής συμπεριφοράς της Τουρκίας, γίνεται όλο και πιο ηχηρή και συμπαρασύρει ακόμη, δειλά μεν, ακόμη και αυτή την άνευρη και χωρίς ουσιαστικό δόντι Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κριτική για την αντιδημοκρατική συμπεριφορά του καθεστώτος Ερντογάν σε όλα τα επίπεδα στο εσωτερικό της Τουρκίας, αυξάνεται από την Ουάσιγκτον, μέρα με την ημέρα και όπως όλα δείχνουν το Σάββατο θα ανακοινωθεί αυτό που για δεκαετίες το λόμπι των Αρμενίων στην Ουάσιγκτον προσπαθεί, αλλά δεν έχει καταφέρει, η αναγνώριση από τις ΗΠΑ, της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία.

Ένα πραγματικά εφιαλτικό κοκτέιλ επιπτώσεων για την Τουρκία του Ερντογάν, το οποίο μαζί με την τραγική κατάσταση που επικρατεί στο εσωτερικό της χώρας, δείχνει ότι αδειάζει αργά αλλά σταθερά η κλεψύδρα της πολιτικής μαεστρίας και τύχης του Ταγίπ του Μεγαλοπρεπή.

Η  μέγγενη της Ουάσιγκτον και κατ’ επέκταση της Δύσης σφίγγει ημέρα με την ημέρα όλο και πιο πολύ, και όλα δείχνουν ότι το οικοδόμημα τρίζει και απειλείται με κατάρρευση.

Πάντα υπάρχει η πιθανότητα μιας 360 μοιρών στροφής από τον Ερντογάν για απεμπλοκή από τη Ρωσία και επιστροφής στο μαντρί της Δύσης με κατεβασμένα τα αυτιά, αλλά ακόμη και κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο με δεδομένο ότι προχώρησε τόσο πολύ τις σχέσεις του με τον Πούτιν και τη Μόσχα που η απεμπλοκή είναι όχι μόνο δύσκολη αλλά και βαριά σε κόστος.

Σε όλο αυτό το δύσκολο πλαίσιο για την Τουρκία του Ερντογάν, υπάρχει ένα σαφές πλεονέκτημα για την Ελλάδα και την Κύπρο, το οποίο, με πολύ καλά σχεδιασμένη στρατηγική, δεν θα πρέπει να  μείνει ανεκμετάλλευτο.

Η στάση που επέδειξε ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, κατά την επίσκεψή του στην Άγκυρα, ήταν καθόλα ορθή και στήριξε τα αυτονόητα. Η ίδια σθεναρή στάση θα πρέπει να επιδειχθεί και κατά τη διάρκεια της Πενταμερούς για το Κυπριακό στη Γενεύη την επόμενη εβδομάδα.

Αλλά, επειδή στην εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις, τίποτα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται, καλό θα είναι Ελλάδα και Κύπρος να έχουν κατά νου, ότι παρά το γεγονός ότι ο Ερντογάν και το καθεστώς του έχουν μπει για τα καλά στη μέγγενη της Ουάσιγκτον – Δύσης, παραδοσιακή και αταλάντευτη θέση του κατεστημένου εξωτερικής πολιτικής που κάνει και πάλι σήμερα κουμάντο στην αμερικανική πρωτεύουσα, είναι ότι Ελλάδα και Τουρκία θα πρέπει να καθίσουν σε ένα τραπέζι διαλόγου και να τα βρουν με ειρηνικό τρόπο, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Συμπέρασμα; Εξαιρετικά θετική εξέλιξη η μέγγενη στην οποία έχει μπει η Τουρκία του Ερντογάν, αλλά όχι εφησυχασμός και πανηγύρια, διότι στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό.

Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.