Γη της επαγγελίας (E, λοιπόν, μπορούμε!)

Yes, we can. Ήταν το κεντρικό σύνθημα στην πρώτη προεκλογική εκστρατεία του Μπαράκ Ομπάμα, ένα σύνθημα που επαναλάμβαναν εν χορώ οι άνθρωποι σαν να επαναλάμβαναν μια μαγική επωδό, πολλές φορές κλαίγοντας, πολλές φορές σαν να βρίσκονταν σε έκσταση. Τι ήταν αυτό που έδωσε σε αυτό το απλό σύνθημα των τριών λέξεων τόση δύναμη, τόσο συναισθηματική φόρτιση ώστε να μείνει στην ιστορία ως ένα από τα πιο επιτυχημένα προεκλογικά συνθήματα όλων των εποχών;

Του Μάνου Τζιρίτα *

Στα ελληνικά μεταφράζουμε κατά λέξη –Ναι, μπορούμε– αλλά αυτή η απόδοση κλέβει λίγη από τη ηλεκτρισμένη δύναμη του συνθήματος. O Ομπάμα δεν απαντάει σε μια ερώτηση («Μπορείτε;») με μια καταφατική απάντηση («Ναι, μπορούμε»). Απαντάει σε μια πρόκληση: απαντάει σε εκείνους που λένε «δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, άδικα παλεύετε, δεν μπορείτε». Και απαντάει με ήρεμη πεποίθηση, με ανένδοτη σιγουριά: Ε, λοιπόν, μπορούμε. (Η περιγραφή αδικεί τη συγκλονιστική εντύπωση εκείνων των τελευταίων λεπτών της ομιλίας του τη βραδιά των εκλογών, στο Σικάγο, όπου, μέσα από τα μάτια μιας μαύρης ψηφοφόρου 106 ετών, διατρέχει την ιστορία των μεγάλων αλλαγών στην Αμερική και στον κόσμο τα τελευταία εκατό χρόνια, τους αγώνες για ισότητα και ελευθερία, επαναλαμβάνοντας στο τέλος κάθε πρότασης τη μαγική φράση. Βρείτε το βίντεο, δείτε τα βουρκωμένα μάτια, τα βλέμματα εκείνων των ανθρώπων που πιστεύουν ότι ζουν μια ιστορική στιγμή, που πιστεύουν ότι έχουν βάλει το χέρι τους στο τιμόνι της ιστορίας και ότι, ναι, μπορούν τώρα να αλλάξουν την πορεία της.)

Η Γη της Επαγγελίας είναι η απίστευτη ιστορία ενός νέου αφροαμερικανού δικηγόρου και καθηγητή νομικής, που το μεσαίο του όνομα ήταν Χουσεΐν και το επώνυμό του θύμιζε τον Μπιν Λάντεν, ο οποίος κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια από την είσοδό του στην πολιτική να γίνει ο πρώτος μαύρος Πρόεδρος των ΗΠΑ, εκλεγμένος με τον μεγαλύτερο ως τότε αριθμό ψήφων στην ιστορία των αμερικανικών εκλογών. Από εκεί και πέρα, η ιστορία γίνεται κατά βάση μια σειρά απογοητεύσεων και αδιεξόδων που απαλύνονται από την παρηγοριά που προσφέρουν κάποιες μικρές ή μεγαλύτερες νίκες, σχεδόν πάντα μικρότερες από ό,τι έλπιζε, ποτέ χωρίς επώδυνους συμβιβασμούς.

Η Γη της επαγγελίας είναι ένα βιβλίο που οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για την πολιτική, από οποιαδήποτε θέση, πρέπει να διαβάσει. Οποιοσδήποτε θέλει να ξέρει πώς ασκείται στην πράξη η πολιτική, πώς παίρνονται οι πολιτικές αποφάσεις, πώς φτιάχνονται οι νόμοι, πρέπει να το διαβάσει. Ιδιαίτερα όποιος ενδιαφέρεται για τα αμερικανικά πολιτικά πράγματα, με τις σημαντικές τους ιδιαιτερότητες, αλλά και οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για την άσκηση της πολιτικής εν γένει. Για το τι θα πει να κυβερνάς μια χώρα, και μάλιστα μια χώρα σαν την Αμερική, για το πώς ζυγίζεις τις στοχεύσεις σου με τον συσχετισμό δυνάμεων στην πολιτική σκηνή και στην κοινωνία, για τα όρια που βάζει η πραγματικότητα πολλές φορές απέναντι στα σχέδιά σου και στις καλές σου προθέσεις.

Ένα από τα αξιοσημείωτα χαρίσματα του Ομπάμα, διαπιστώνει κανείς διαβάζοντας τη Γη της επαγγελίας, είναι η ικανότητά του να συνοψίζει μεγάλα και σύνθετα φαινόμενα που εκτυλίσσονται σε βάθος δεκαετιών, εντοπίζοντας με εκπληκτική οξυδέρκεια και ευρύνοια τα νευραλγικά σημεία της ιστορικής εξέλιξης. Σε ένα απόσπασμα τριών μόλις παραγράφων, στη σελίδα 264 του βιβλίου, καταφέρνει να περιγράψει τη διαμόρφωση του κλίματος αδιάλλακτης πόλωσης που είχε επικρατήσει στην πολιτική σκηνή της Αμερικής διατρέχοντας την ιστορία της χώρας τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Το κείμενο περιέχει αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα που θα είναι οικεία στον Αμερικανό αναγνώστη. Εμείς, σε μία και μόνο πρόταση, αναγκαστήκαμε να βάλουμε στην ελληνική έκδοση 6 υποσημειώσεις για τον αναγνώστη που δεν είναι εξοικειωμένος με την αμερικανική πολιτική ιστορία.

Ένας από τους λόγους που κάνουν το βιβλίο άξιο μελέτης για τον Έλληνα αναγνώστη με κάποιο ενδιαφέρον για την πολιτική είναι η κατανόηση που δίνει για τον τρόπο λειτουργίας του αμερικανικού συστήματος διακυβέρνησης, το οποίο έχει πολύ ουσιαστικές διαφορές από το ελληνικό. Στην Ελλάδα, ο πρωθυπουργός που θέλει να περάσει έναν νόμο, σπανίως θα βρει θεσμικά εμπόδια να του κλείνουν τον δρόμο. Στην Αμερική, ο Πρόεδρος πρέπει να υποβάλει το σχέδιό του σε δύο νομοθετικά σώματα, τα οποία μπορεί να έχουν αντιπολιτευόμενη πλειοψηφία. Επιπλέον, η κομματική συνείδηση είναι πολύ πιο χαλαρή και με διαφορετικά χαρακτηριστικά στα δύο σώματα, οι εκλογικές σκοπιμότητες διαφορετικές –επειδή οι εκλογές για τον Πρόεδρο, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία έχουν διαφορετικά χρονοδιαγράμματα– ενώ διάφοροι γραμμένοι και άγραφοι κανόνες λειτουργίας του Κογκρέσου δίνουν τη δυνατότητα ακόμη και σε μειοψηφίες να μπλοκάρουν νομοσχέδια, και όλα αυτά σημαίνουν ότι ακόμη και με συμπολιτευόμενη πλειοψηφία πάντα πρέπει να δοθεί μάχη και να γίνουν συμβιβασμοί. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πώς όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν να δέσουν τα χέρια ακόμη και του πολιτικού που θεωρείται ο ισχυρότερος άνθρωπος στον κόσμο, πόσο περιορισμένες είναι οι δυνατότητές του σε σχέση με το πώς τις φανταζόμαστε εμείς.

Ο Ομπάμα είναι πολύ ειλικρινής για όλα αυτά. Ακόμη και όταν πανηγυρίζει για μια νίκη, επισημαίνει τους πικρούς συμβιβασμούς που χρειάστηκαν για να επιτευχθεί. Παλεύει μονίμως ενάντια στον κυνισμό, προσπαθεί να βρει την ισορροπία μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού που θα τον βοηθήσει να μην παραδοθεί στον ωχαδερφισμό και να μην προδώσει τις ιδέες του. Ίσως αυτό είναι το μυστικό του χαρίσματός του, αυτό που τον κάνει συμπαθή, ανθρώπινο: δεν κάθεται άνετα στην προεδρική καρέκλα, δεν μεθάει με τη δύναμή του, έχει πλήρη συνείδηση των ορίων της, αλλά επιμένει: Ε, λοιπόν μπορούμε. Τουλάχιστον να προσπαθήσουμε.

Ένα από τα πιο συγκινητικά και χαρακτηριστικά σημεία του βιβλίου, θεωρώ, είναι η κατάληξη της περιγραφής της βράβευσής του με το Νόμπελ. Όταν χιλιάδες άνθρωποι με αναμμένα κεριά έχουν μαζευτεί στον δρόμο έξω απ’ το ξενοδοχείο του για να τον τιμήσουν, εκείνος σκέφτεται:

Η σκέψη ότι εγώ, ή οποιοσδήποτε μεμονωμένος άνθρωπος, μπορούσε να φέρει τάξη σε αυτό το χάος έμοιαζε καταγέλαστη· ο κόσμος κάτω επευφημούσε μια ψευδαίσθηση. Ωστόσο, στις φλογίτσες εκείνων των κεριών είδα και κάτι άλλο. Είδα μια έκφραση του πνεύματος εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλον τον κόσμο: του Αμερικανού στρατιώτη που φύλαγε σκοπιά στην Κανταχάρ, της μητέρας στο Ιράν που μάθαινε στην κόρη της να διαβάζει, του Ρώσου δημοκράτη ακτιβιστή που οπλιζόταν με θάρρος για την επερχόμενη διαδήλωση – όλων εκείνων που αρνούνται να εγκαταλείψουν την ιδέα ότι η ζωή θα μπορούσε να γίνει καλύτερη, και ότι, όποιες κι αν είναι οι απειλές και οι δυσκολίες, εκείνοι έχουν έναν ρόλο να παίξουν σε αυτό.

Ό,τι και να κάνεις δεν θα είναι αρκετό, άκουγα τις φωνές τους να μου λένε.

Προσπάθησε όμως.

Ο Μαξ Βέμπερ, στην περίφημη ομιλία του για την πολιτική ως «επάγγελμα-κλήση», θυμίζει ότι κάθε δράση, και ειδικά η πολιτική δράση, συνυφαίνεται με την έννοια του τραγικού. Περιγράφει την πολιτική ως αργή και επίπονη δουλειά, σαν να προσπαθείς να ανοίξεις τρύπες σε ένα σκληρό ξύλο, και προειδοποιεί ότι, απέναντι στην προαιώνια κατάρα της ματαιότητας, όσοι θέλουν να ασχοληθούν με την πολιτική πρέπει να οπλιστούν με εκείνη στερεότητα της καρδιάς που μπορεί να υπομείνει ακόμη και την κατάρρευση κάθε ελπίδας.

Νομίζω ότι αυτό συνοψίζει τη φιλοσοφία του Ομπάμα, και αυτό που θέλει να πει με το βιβλίο του, κατά τον καλύτερο τρόπο. Ξέρει πως ό,τι και να κάνει δεν θα είναι αρκετό. Αλλά ξέρει επίσης ότι ο κόσμος προχωράει, όταν καταφέρνει να προχωρήσει, σαν τον κάβουρα, ή σαν τον σολομό, κόντρα στο ορμητικό ρεύμα, με κίνδυνο να καταλήξει ανά πάσα στιγμή μέσα στο στόμα της αρκούδας.

Στην πολιτική, μακροπρόθεσμα, έχει μεγαλύτερη σημασία η στρατηγική από την τακτική.  Ο κόσμος φτιάχνεται από καθεστώτα αλήθειας, από τον Λόγο και το Σύμβολο όσο και από τις πολιτικές. Μόνο που μια πολιτική μπορεί εύκολα να ανατραπεί από την επόμενη κυβέρνηση, ενώ ο λόγος, τα σύμβολα, η πίστη και οι νοοτροπίες/αντιλήψεις που έχουν ριζώσει σε μια κοινωνία ξεριζώνονται πολύ πιο δύσκολα. Γι’ αυτό ήταν τόσο δηλητηριώδης η προεδρία του διαδόχου του Ομπάμα. Όχι κυρίως επειδή οι πολιτικές του ήταν κακές, αλλά επειδή εισήγαγε ένα “ήθος” αδιαφορίας για την αλήθεια, έναν απροκάλυπτο αμοραλισμό που έχει υποσκάψει τα θεμέλια των θεσμών, του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών αξιών της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τρόπο που δύσκολα θα εκριζωθεί. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο, από την ανάποδη, η προεδρία του Ομπάμα ήταν ιστορικής σημασίας.

Ανεξάρτητα από το πώς αποτιμά κανείς τη διακυβέρνησή του, τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες της, τις επί μέρους πολιτικές, η παρουσία και μόνο ενός τέτοιου ανθρώπου στον Λευκό Οίκο, ενός ανθρώπου που μιλάει στον κόσμο όπως μιλάει εδώ, σε αυτό το βιβλίο, που φέρνει στη δημόσια συζήτηση τα θεμελιώδη ζητήματα της δημοκρατίας, της συμμετοχής, των αξιών του φιλελεύθερου πολιτικού πολιτισμού και της ανάγκης να τα διεκδικούμε όλα αυτά διαρκώς ως πολίτες χωρίς να τα θεωρούμε δεδομένα, άξιζε τον κόπο. Ο Ομπάμα άφησε το σημάδι του στην ιστορία, ίσως όχι όπως ένας Μωυσής που χωρίζει τη θάλασσα στα δύο, αλλά όπως ένας Δον Κιχώτης που ανεπαίσθητα αλλάζει για πάντα τον τρόπο που βλέπουν οι άνθρωποι τους ανεμόμυλους.

* Ο κ. Μάνος Τζιρίτας είναι μεταφραστής