Η γενιά του Brain Drain απέναντι στα νέα δεδομένα

Ο πληθυσμός του brain drain – της μετανάστευσης ανθρώπινου κεφαλαίου – από την Ελλάδα στο εξωτερικό μεγαλώνει σε ηλικία, ζει και εργάζεται καθώς εξελίσσεται εργασιακά σε ιεραρχικά ανώτερες θέσεις με μεγαλύτερους μισθούς και μισθολογικά μεγαλύτερες απαιτήσεις. Τα άτομα αυτά, που με το πέρασμα των χρόνων έχουν καταστεί ως απόδημος Ελληνισμός σε μια άλλη πατρίδα, κατά μεγάλο ποσοστό, φαίνεται να μην έχουν ισχυρά κίνητρα για την επιστροφή τους, σύμφωνα με τελευταία δεδομένα.

Της Χριστίνας Ι. Μανδρώνη*

Πάνω στα προβλήματα αυτά, στέκεται η πιλοτική έρευνα ‘Eurograduate’ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αναλύει σε πρώτο πλάνο τις αυξημένες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι παραγωγικές ηλικίες της χώρα μας, όσον αφορά την εύρεση εργασίας.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά από έρευνες πάνω στο ίδιο θέμα, ο ΣΕΒ με την τελευταία έκθεσή του, παρουσιάζει ότι από την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που μετανάστευσαν σε χώρες του εξωτερικού, το (86,3%) ήταν εργάσιμης ηλικίας μεταξύ 15-64 ετών, ενώ περίπου ένας στους δύο, το (51,4%) προερχόταν από την «κρίσιμη» ηλιακή κατηγορία 25-44 ετών.

Τα χρόνια της γενικευμένης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, όχι μόνο στάθηκαν εμπόδιο αλλά και επιδείνωσαν δραματικά τις προοπτικές εύρεσης εργασίας εγχώρια, με αποτέλεσμα η διαφυγή στο εξωτερικό να αποτελεί ελκυστική επιλογή για πολλούς εξ αυτών.

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική κατάρρευση, δεν είναι ο μόνος παράγοντας που έκανε το brain drain να «ανθίσει» στην Ελλάδα. Το σχετικά χαμηλό επίπεδο των οικονομικών απολαβών αλλά και οι μη ικανοποιητικές συνθήκες εργασίας, αθροίζονται στη λίστα με τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας–κοινωνίας, καθώς έγιναν το εφαλτήριο για μια σημαντική αύξηση των μαζικών εκροών στο εξωτερικό. Ακόμα, στους λόγους που οδήγησαν τους νέους να αναζητήσουν εργασία σε χώρες του εξωτερικού, κατατάσσονται και οι λιγότερες ευκαιρίες περαιτέρω μάθησης, οι μικρότερες προοπτικές σταδιοδρομίας, όπως και η έλλειψη θέσεων εργασίας που απαιτούν υψηλότερες εργασιακές δεξιότητες.

Είναι γεγονός πως, στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, εν μέσω πανδημίας, έχουν μεταβληθεί πολλά στις εργασιακές συνθήκες μεγάλου ποσοστού ανθρώπων ανά τον κόσμο. Η τηλεργασία έχει καθιερωθεί στην καθημερινότητα πολλών εργαζόμενων τους τελευταίους μήνες, και αυτή η νέα συνθήκη, στον πυρήνα της μας οδηγεί να αναθεωρήσουμε την αντίληψη περί αναγκαιότητας του χώρου εργασίας. Η άμεση ανάγκη να βρεθούν νέες και αποτελεσματικές μέθοδοι, έφερε ένα νέο μοντέλο ευέλικτης εργασίας παγκοσμίως.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παρελθόντα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης Ελλήνων στο εξωτερικό, και με γνώμονα να αποτραπεί το φαινόμενο αυτό, δημιουργούνται νέα ερωτήματα. Αφενός εάν θα καταστεί δυνατό οι εργαζόμενοι να συνεχίσουν να εργάζονται με ανεπτυγμένη τηλεργασία κάνοντας εύκολο σε επιχειρηματίες και επιστήμονες όχι μόνο να παραμείνουν στη χώρα, αλλά ιδανικά να επιστρέψουν σ’ αυτή –εάν μεριμνήσει ειδικά το κράτος. Αφετέρου, η ανάληψη ρίσκου από τους επενδυτές είναι εμφανής, καθώς σε περίπτωση που ανταποκριθούν στη συνθήκη αυτή –της τηλεργασίας, μπορούν να βοηθήσουν τη χώρα, ως προς την ανάπτυξη ενός ελληνικού ‘οικοσυστήματος’ καινοτομίας, αφού πλέον θα μπορούμε να μιλάμε για νέα εργασιακά μοντέλα και μια νέα λαμπρότερη πορεία στον τομέα της καινοτομίας και της εργασίας.

*Η Χριστίνα Ι. Μανδρώνη είναι τελειόφοιτη φοιτήτρια  Γεωπονίας