Οι Βρετανοί έγιναν οι νέοι Τούρκοι

*του Charlemagne

Η ζωή στις Βρυξέλλες έχει γίνει συναρπαστική για τους βρετανούς διπλωμάτες. Πριν από το Brexit, έπρεπε να οπλίζονται με υπομονή για να παζαρεύουν βαρετά πολιτικά θέματα. Τώρα ανακαλύπτουν ότι η επιθετικότητα είναι πιο χρήσιμη. Από τότε που ολοκληρώθηκε η αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, η βρετανική κυβέρνηση δεν έχει σταματήσει να προκαλεί. Πρώτα αρνήθηκε να χορηγήσει καθεστώς πρεσβευτή στον άνθρωπο της ΕΕ στο Λονδίνο. Υστερα παρέκαμψε μέρη της συμφωνίας της με τη Βόρεια Ιρλανδία, προκαλώντας αποπληξία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όταν η ΕΕ αποφάσισε να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές εμβολίων, βρετανοί βουλευτές την κατηγόρησαν για εμβολιαστικό εθνικισμό. Οι κατηγορίες περί υποκρισίας και κακεντρέχειας δίνουν και παίρνουν μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών.

Αποχωρώντας από την ΕΕ, η Βρετανία ήταν εξαρχής αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: θα έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με την Ελβετία ή με την Τουρκία; Οι Ελβετοί, που έχουν ένα περίπλοκο δίκτυο συμφωνιών με την ΕΕ, μπορεί να γκρινιάζουν για την κυριαρχία της ΕΕ στις υποθέσεις τους, τελικά όμως τη δέχονται. Η Τουρκία έχει μια πολύ απλούστερη σχέση: μια τελωνειακή ένωση που επιτρέπει στα προϊόντα να μετακινούνται με σχετική ελευθερία. Παρ’όλα αυτά, η κυβέρνηση Ερντογάν δεν χάνει ευκαιρία να επιτεθεί στους Ευρωπαίους.

Η Βρετανία θα μπορούσε να έχει κάνει οποιαδήποτε από τις δύο επιλογές. Η Τερέζα Μέι, πρωθυπουργός από το 2016 ως το 2019, περπατούσε στις Αλπεις και έβλεπε την ΕΕ με ελβετικό ρεαλισμό. Το σχέδιό της ήταν να συνάπτει φιλίες και να επηρεάζει κόσμο, ώστε να αναπληρώνεται με τον τρόπο αυτό η θέση που χάθηκε στο τραπέζι. Ο Μπόρις Τζόνσον πάλι, υπερήφανος απόγονος ενός Οθωμανού πολιτικού, έχει υιοθετήσει μια πιο «τουρκική» προσέγγιση. Οδήγησε τη Βρετανία σε μια χαλαρή συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με την ΕΕ. Βλέπει την Ευρώπη ως κυρίαρχο ανταγωνιστή και οι διπλωμάτες του τον ακολουθούν. Οι ιδιωτικές διαβουλεύσεις έχουν δώσει τη θέση τους στις δημόσιες συγκρούσεις.

Η Βρετανία άργησε λίγο να ανακαλύψει την αντάρτικη πλευρά της. Μετά την απόφαση για το Brexit, συνέχισε να υπακούει στους κανόνες της ΕΕ. Αυτό όμως έχει πλέον αλλάξει. Οι απειλές να καταργηθούν υπάρχουσες συμφωνίες πολλαπλασιάζονται. Την τακτική αυτή τη γνωρίζουν καλά οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι που διαπραγματεύονται με την Τουρκία: κάθε τόσο ο Ερντογάν απειλεί να καταργήσει τη συμφωνία για το προσφυγικό. Η Τουρκία παίζει καιρό αυτό το παιχνίδι. Η Βρετανία μόλις τώρα αρχίζει. Όπως λέει ένας ευρωκράτης, «μοιάζει με έφηβο που αμφισβητεί την ταυτότητά του».

Υπάρχει ένα στοιχείο μηδενισμού στις σχέσεις Βρετανίας και ΕΕ. Καμιά από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί να υπάρξει σύντομα εμβάθυνση αυτής της σχέσης. Είναι σαν την Τουρκία, που υπέβαλε αίτηση να ενταχθεί στην ΕΕ το 1987, αλλά πια δεν περιμένει τίποτα και συμπεριφέρεται αναλόγως.

Στην Ευρώπη, η γεωγραφία σφραγίζει συχνά τη μοίρα. Η Ελβετία, μια χώρα στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου, διαπραγματεύεται συνεχώς με την ΕΕ, από την ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων μέχρι το τραπεζικό απόρρητο. Η Τουρκία βρίσκεται σε τελείως διαφορετική θέση. Είναι ταυτόχρονα πολύ μικρή για να αποτελεί απειλή, αλλά και πολύ μεγάλη για να μπορεί να σπρώχνει. Ως προς αυτό, έχει κοινά σημεία με τη Βρετανία. Επιπλέον, αντίθετα με την Ελβετία, τόσο η Βρετανία όσο και η Τουρκία δεν είναι μόνο οικονομικοί, αλλά και στρατιωτικοί εταίροι της ΕΕ. Και οι δύο είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Τα πιο πιεστικά στρατηγικά προβλήματα της ΕΕ, όπως η ασταθής βόρεια Αφρική και η παρεμβατική Ρωσία, θα λυθούν πιο εύκολα αν έχει την Τουρκία και τη Βρετανία στο πλευρό της.

Ισως αποδειχθεί όμως δυσκολότερο για την ΕΕ να χτίσει μια εποικοδομητική σχέση με τη Βρετανία απ’ ό,τι με την Τουρκία. Σε τελευταία ανάλυση, η ΕΕ δεν ενδιαφέρεται και πολύ για την τύχη της Τουρκίας στον βαθμό που παραμένει σταθερή. Στην περίπτωση της Βρετανίας και της ΕΕ, κάθε πλευρά θέλει η άλλη να δυσκολεύεται. Για την Ευρώπη, η Βρετανία θα πρέπει να είναι εμφανώς χειρότερα ως αποτέλεσμα της αποχώρησής της. Για τη βρετανική κυβέρνηση, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι όλη αυτή η περιπέτεια άξιζε τον κόπο. Οι τριβές είναι λοιπόν αναπόφευκτες. Οσοι ελπίζουν σε μια βαρετή σχέση είναι άτυχοι.

* O Charlemagne είναι αρθρογράφος του Economist

Πηγή: The Economist