Ν.Σοφιανός: Διαχρονικά διατηρείται το εργασιακό και νομικό πλαίσιο που αναγκάζει τα θύματα σε σιωπή

ΑΠΕ

«Θα συζητήσουμε τις πολιτικές ευθύνες, θα αναδειχθούν αυτές όσον αφορά τις επιλογές στο Εθνικό Θέατρο, αλλά το κρίσιμο, μετά τη γενναία στάση όσων έκαναν καταγγελίες, να γίνει το επόμενο βήμα στον αγώνα για να υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις στους χώρους εργασίας και στον Πολιτισμό για την κατοχύρωση των εργαζομένων. Μέσα εκεί να δούμε και πλευρές που θα θωρακίζουν απέναντι στην όποια προσβολή της προσωπικότητας, ξεχωρίζοντας τη σεξουαλική κακοποίηση, την κακοποίηση των ανηλίκων, από ένα συνολικότερο πλέγμα παραβάσεων που υπάρχουν», τόνισε ο Νίκος Σοφιανός, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, μιλώντας σήμερα στην ΕΡΤ.

Χαρακτήρισε «αντιπερισπασμό της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού» τη συζήτηση την Πέμπτη στη Βουλή για τη μετατόπιση της συζήτησης από τις ευθύνες «για την επιλογή και τη διατήρηση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Εθνικό θέατρο».

«Είναι πολύ εύκολο να διολισθήσουμε σε μια αντιπαράθεση των μεν με τους δε, της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, γύρω από το «σκότος» και το «φως» και να αφήσουμε στην άκρη το γεγονός ότι διαχρονικά και με την προηγούμενη και με την προ-προηγούμενη και με τη σημερινή κυβέρνηση διατηρείται ένα πλαίσιο εργασιακό, οικονομικό νομοθετικό, ποινικό γιατί είχαμε και εδώ παρεμβάσεις μείωσης ποινών σε σχέση με τη σοβαρότητα δικαστικής αντιμετώπισης τέτοιων εγκλημάτων» υποστήριξε, σημειώνοντας την αναγκαιότητα «να μην κρυφτεί αυτό το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι θύτες και τα θύματα βρίσκονται αντιμέτωπα και αναγκάζονται στη σιωπή και στην μεταχρονολογημένη καταγγελία».

Ο κ. Σοφιανός ανέφερε ότι «πέρα από τον χώρο των πολλών επώνυμων» υπάρχουν «εργασιακοί χώροι – ζούγκλα, όπου οι εργαζόμενοι δεν προστατεύονται από την εργοδοτική ασυδοσία και αυθαιρεσία και από την προσβολή της προσωπικότητας».

Μίλησε για υποκρισία, όταν «την ώρα που γίνεται λόγος από την κυβέρνηση για κώδικες δεοντολογίας, διατηρείται η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία όπως και η ανεργία και οι εργαζόμενοι γίνονται δέκτες εκβιασμών». Σημείωσε, τέλος, ότι ο αντιπερισπασμός «από την καυτή πραγματικότητα που ζουν οι εργαζόμενοι δεν μπορεί να γίνει δεκτός».