Η Κίνα και ένας Αμερικανός Πρόεδρος άλλης εποχής. Ανάλυση του Δ.Απόκη

Πολλοί αναλυτές και παρατηρητές των διεθνών εξελίξεων τα τελευταίαΔημήτρης  χρόνια και ειδικότερα αυτοί που ανήκουν στη ρεαλιστική σχολή σκέψης, δηλαδή δεν πετούν στα σύννεφα, μιλούν και προειδοποιούν για μια θύελλα η οποία απειλεί το διεθνές σύστημα. Μια θύελλα για την οποία τα πολιτικά συστήματα και οι διεθνείς οργανισμοί δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν, διότι πού απλά συνεχίζουν όχι μόνο να επιμένουν να λειτουργούν με το παλιό εγχειρίδιο, αλλά να επιτίθενται και σε αυτούς που προσπαθούν να αναδείξουν τους κινδύνους από αυτή την ξεπερασμένη από την εποχή και τις εξελίξεις συμπεριφορά και λειτουργία.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Δυστυχώς για τον πλανήτη και για τους απλούς πολίτες, η θύελλα αυτή έχει πλέον φτάσει και αρχίζει να πλήττει όχι μόνο τις μικρές χώρες, αλλά και τη Μητρόπολη της Δύσης τις Ηνωμένες Πολιτείες, και χώρες πυλώνες του δυτικού κόσμου, όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, και η Γερμανία.

Η θύελλα αυτή που έχει αρχίσει να πλήττει τη Δύση και όσο πάει θα γίνεται και χειρότερη, είναι διμέτωπη. Αποτελείται από δύο κρίσεις, οι οποίες συνυπάρχουν και καθιστούν την κατάσταση εκρηκτική. Η μία κρίση είναι αυτή των πολιτικών συστημάτων στο δυτικό κόσμο, τα οποία σε καθημερινή πλέον βάση αποδεικνύουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ότι είναι ανίκανα να διαχειριστούν τη θύελλα αυτή, και η πανδημία του Covid19, είναι ο καταλύτης που έφερε στην επιφάνεια αυτή την τραγική πραγματικότητα. Η δεύτερη κρίση έχει να κάνει με ένα οικονομικό και κοινωνικό σύστημα το οποίο εξάντλησε τη χρησιμότητά του με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί πιά και το μόνο που επιτυγχάνει είναι να δημιουργεί χάος.

Την Παρασκευή που πέρασε υπήρξαν δυο γεγονότα τα οποία όχι μόνο δεν δημιουργούν αισιοδοξία για την πιθανότητα να υπάρξει κάποια αντίδραση από τις ισχυρές χώρες της Δύσης, η οποία θα βελτιώσει την κατάσταση ή τουλάχιστον θα φρενάρει τον κατήφορο, το αντίθετο. Δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία για τις από εδώ και στο εξής εξελίξεις, με αποτέλεσμα να πρέπει να είμαστε έτοιμοι, για πολύ δύσκολες καταστάσεις.

Την Παρασκευή, έγιναν μέσω τηλεδιάσκεψης η Σύνοδος Κορυφής του G7 (των επτά πιο ισχυρών, στα χαρτιά, οικονομικά χωρών) υπό την Προεδρία της Μεγάλης Βρετανίας  και του Πρωθυπουργού, Μπόρις Τζόνσον, και το Συνέδριο του Μονάχου, το οποίο αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο και την πρεμιέρα στη διεθνή σκηνή του νέου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζό Μπάϊντεν.

Βλέποντας τα αποτελέσματα των δυο αυτών σημαντικών γεγονότων και ακούγοντας τις ομιλίες του Αμερικανού Προέδρου, της Καγκελαρίου της Γερμανίας, κ. Μέρκελ, του Βρετανού Πρωθυπουργού, κ. Τζόνσον, του Γάλλου Προέδρου, κ. Μακρόν, και άλλων σημαντικών ηγετικών προσωπικοτήτων όπως η κ. Βον Ντερ Λάϊνεν της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, κ. Στόλτενμπεργκ, πίστεψα ότι βρισκόμουν στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όπου όλα ήταν αισιόδοξα το χρήμα έρεε άφθονο, οι κοινωνίες ξόδευαν λες και δεν υπήρχε αύριο. Ότι δεν είχε περάσει η σκληρή διεθνής οικονομική κρίση του 2008, ότι η πανδημία που έχει γονατίσει οικονομικά και κοινωνικά, κυρίως τη Δύση, δεν υπάρχει καν και τα θέματα που απασχολούν την ηγεσία του Δυτικού κόσμου, είναι ο μπαμπούλας Ρωσία, η κατάσταση στο Αφγανιστάν, και όλα αυτά τα τετριμμένα και παρωχημένα σλόγκαν που έχουμε κουραστεί να ακούμε για δεκαετίες.

Παρακολουθώντας, τον νεοεκλεγμένο Αμερικανό Πρόεδρο, αισθάνθηκα ότι είχα επιστρέψει ξανά στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στην Ουάσιγκτον, όπου ξεκινούσα την καριέρα μου ως διεθνολόγος και νεαρός δημοσιογράφος. Η ομιλία του κάλλιστα θα μπορούσε να είχε εκφωνηθεί τότε και είχα ακούσει πολλές σαν αυτή.

Στα ίδια πλαίσια άνευρες και χωρίς καμία ουσιαστική πρόταση για λύσεις στα τραγικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες τις Ευρώπης και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν και οι ομιλίες των άλλων ηγετών, με μια μικρή διαφοροποίηση αυτής του Γάλλου Προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος άγγιξε τα προβλήματα τονίζοντας ότι θα πρέπει η Ευρώπη να πατήσει στα πόδια της, ότι δεν είναι δυνατόν για παράδειγμα να υπάρχουν προβλήματα στην Ανατολική Μεσόγειο, και η Ευρώπη να περιμένει τη λύση από την Ουάσιγκτον.

Αλλά η μεγάλη απογοήτευση ήταν ο κουρασμένος σωματικά και πνευματικά Αμερικανός Πρόεδρος, ο οποίος τη στιγμή που η χώρα του είναι βαθιά διχασμένη και γονατισμένη, κούρασε με όμορφες συναισθηματικές ατάκες περί δημοκρατίας, αλλά αντί να προτείνει κάτι ως ο ηγέτης του ελεύθερου κόσμου, μας είπε πόσο κακή είναι η Ρωσία, ότι θα παραμείνουν τα αμερικανικά στρατεύματα στη Γερμανία, ότι το Αφγανιστάν είναι πρόβλημα, και μπλα, μπλα, μπλα. Τίποτα ουσιαστικό για την καυτή ταμπακιέρα.

Βέβαια και ο κ. Μπάϊντεν και οι άλλοι ηγέτες, δήλωσαν με σαφήνεια ότι θα πρέπει να υπάρξει ομόνοια και συνεργασία και αυτό είναι κάτι παρά πολύ θετικό. Αλλά συνεργασία χωρίς σχέδιο, δεν έχει καμία ουσία.

Και παρά κάποιες αναφορές, ελάχιστη ήταν η συζήτηση για τον ελέφαντα στο δωμάτιο που ακούει στο όνομα Κίνα και απειλεί να υπερκεράσει τη Δύση σε όλα τα επίπεδα. Ήδη μέσα στις τελευταίες   δέκα ημέρες, μάθαμε ότι για πρώτη φορά η Κίνα πέρασε τις Ηνωμένες Πολιτείες και ήδη κατέχει την πρώτη θέση ως χώρα σε ξένες επενδύσεις. Επίσης, πέρασε τις ΗΠΑ, και είναι πλέον ο πρώτος εμπορικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση είχε πάρει κάποια μέτρα για να αντιμετωπίσει την άνοδο της Κίνας. Η κυβέρνηση Μπάϊντεν δείχνει ότι δεν θα τα πάρει πίσω άμεσα, αλλά δεν φαίνεται να έχει το ίδιο τσαγανό. Σε κάθε περίπτωση δεν φαίνεται τίποτα στον άμεσο ορίζοντα που να δείχνει ότι η ένταση ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο, θα αμβλυνθεί.

Η οπτική του Πεκίνου, είναι ότι ο κόσμος αντιμετωπίζει μια περίοδο αλλαγών που παρόμοια δεν έχει υπάρξει τα τελευταία 100 χρόνια. Για την Κίνα η ανάπτυξη και η σταθερότητα παραμένουν οι βασικοί στόχοι, παρά το γεγονός ότι η διεθνής σκηνή είναι πολύπλοκη, με σημαντική αύξηση της αποσταθεροποίησης και της αστάθειας. Η Ανατολή αναδύεται και η Δύση βυθίζεται και όλα δείχνουν, ότι το ρεύμα της ιστορίας είναι με το μέρος της Κίνας.

Αν και η κυβέρνηση Μπάϊντεν, θα αναγκαστεί, να γίνει πιο επιθετική για να αποτρέψει την άνοδο της Κίνας, μέσω της αποκατάστασης συμμαχιών και επαναφοράς της πολύπλευρης διπλωματίας, η κατάσταση προδιαγράφεται δύσκολη.

Το Πεκίνο, επιθυμεί να αποφύγει τη σύγκρουση με μια αποδυναμωμένη Αμερική η οποία θα κινηθεί επιθετικά, αλλά την ίδια στιγμή είναι ξεκάθαρο ότι θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά του. Θα συνεχίσει να ενισχύει τη στρατιωτικές του δυνατότητες και θα συνεχίσει να κάνει όλο και πιο αισθητή την παρουσία του στα νερά του Ειρηνικού, όπου έχει ζωτικά συμφέροντα. Ταυτόχρονα, θα προσπαθήσει να πείσει την Ουάσιγκτον, να αναγνωρίσει ότι η σύγκρουση θα πλήξει και τις δυο πλευρές. Και ότι η διεθνής συνεργασία είναι ο μόνος δρόμος για την επίλυση των καυτών προβλημάτων της εποχής.

Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής, θα προσπαθήσει να πείσει, τους βασικούς δυτικούς συμμάχους των ΗΠΑ, των οποίων η εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ έχει κλονιστεί, ότι η συμμετοχή σε μια αντικινεζική συμμαχία, είναι καταδικασμένη να αποτύχει, διότι το ρεύμα είναι με το μέρος του Πεκίνου. Η Κίνα έχει ήδη ξεκινήσει και θα εντείνει τις προσπάθειες της να απαγκιστρωθεί από την εξάρτισή της στις δυτικές αγορές. Έχει αρχίσει και θα ενισχύσει τις επενδύσεις της σε κρίσιμους τομείς της ψηφιακής τεχνολογίας, αλλά ταυτόχρονα θα συνεχίσει να επιδιώκει με κάθε διαθέσιμο μέσο την πρόσβαση σε προηγμένη δυτική τεχνολογία.

Στην Ουάσιγκτον, γίνεται πολύ κουβέντα από τον Πρόεδρο Μπάϊντεν και την κυβέρνησή του για ανασύσταση της παγκόσμιας ηγεσίας των ΗΠΑ. Ο εσωτερικός διχασμός που επικρατεί στις ΗΠΑ, έχει πλήξει θανάσιμα τη διεθνή παρουσία της Αμερικής και οι πρώτες κινήσεις του νέου Προέδρου, δεν δείχνουν ότι κινείται στην κατεύθυνση να επουλώσει το διχασμό. Δυστυχώς κινούνται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Και όσο αυτό συμβαίνει τόσο θα ανεβαίνει η Κίνα.

Πολύ απλά, όσο η νέα Αμερικανική κυβέρνηση, πιστεύει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τη θύελλα που έχει αρχίσει να πλήττει το εσωτερικό των ΗΠΑ και τη Δύση ευρύτερα, με λογική και συνταγές που έχουν ξεπεραστεί από την εποχή και τις εξελίξεις, η κατάρρευση είναι παραπάνω από βέβαιη.

Για την επιβίωση του δυτικού κόσμου και της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας, θα πρέπει άμεσα η κυβέρνηση του κ. Μπάϊντεν, να προσγειωθεί στην πραγματικότητα.

Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.