Η στοχοποίηση των ΜΜΕ και το εμπάργκο στην ΕΡΤ

H οικονομική κρίση γέννησε -μεταξύ άλλων- ως φαινόμενο τη στοχοποίηση δημοσιογράφων και μέσων Ενημέρωσης, από ορισμένα κόμματα. Είδαμε πολιτικούς να δείχνουν με το δάχτυλο στην αγανακτισμένη κοινωνία «πρόσωπα με μικρόφωνο». Το «ρουφιάνοι, αλήτες, δημοσιογράφοι» ακούστηκε πιο βροντερά από ποτέ στην πλατεία και βοήθησε πολιτικά στελέχη να κάνουν καριέρα και να ανέλθουν στην ιεραρχία του κόμματός τους.

Της Ελένης Κριτσιδήμα

Την ίδια ώρα, το αφήγημα με τα «τσοντοκάναλα που δεν έλεγαν τίποτα» και τα κροκοδείλια δάκρυα για «εξορία» από τα τηλεοπτικά παράθυρα «ξέπλεναν» σκοπούς σφετέρων. Επίσης, από το 2009 μέχρι σήμερα, πολιτικοί -από όλους σχεδόν τους χώρους- έχουν υποδυθεί «το θύμα» σε κάποιο πάνελ, με απειλές πως θα έβγαζαν τα μικρόφωνα, θα αποχωρούσαν και δεν θα ξανά πατούσαν στην εκπομπή ή το κανάλι. Αργά ή γρήγορα (δεν έχει σημασία) επέστρεψαν πίσω όμως. Απόδειξη πως η αντίδρασή τους -αν δεν ήταν σόου- ήταν τουλάχιστον άτακτη φυγή.

Όλες, τακτικές που προκάλεσαν την απώλεια εμπιστοσύνης στη Δημοσιογραφία. Φθηνός λαϊκισμός, θα πει κάποιος. Ωστόσο, αυτός ο ποπουλισμός φαίνεται πως βρίσκει έδαφος, αφού το ερώτημα που κυριαρχεί -συχνά- είναι αν και κατά πόσο οι ίδιοι οι διάκονοι του Τύπου φέρουν ευθύνη για την έκπτωση του λειτουργήματός τους στη συνείδηση της κοινής γνώμης.

Η απάντηση είναι: Βεβαίως, φέρουν. Μάλιστα, μία μερίδα κουβαλά ατόφιες τις ευθύνες για τον διασυρμό του κύρους του επαγγέλματός μας. Τότε, κυρίως επιδιώκοντας την εύνοια βουλευτών και του εκάστοτε ενοίκου του Μαξίμου… Σήμερα, θυσιάζοντας τη διασταύρωση της είδησης στον βωμό των κλικς και της τηλεθέασης.

Στο προκείμενο όμως τίθεται ως προβληματικό γεγονός η υποκινούμενη διαμαρτυρία συγκεκριμένων πολιτικών κομμάτων και προσώπων απέναντι σε συγκεκριμένα Μ.Μ.Ε. ή δημοσιογράφους, που κατέληξε σε «κανονικοποιημένη επίθεση», τη στιγμή που αντίπαλος τους δεν είναι το μέσον το οποίο τους δίνει βήμα λόγου και ελευθερία έκφρασης. Αν μη τι άλλο, η γενίκευση και η σύνδεση διαφορετικών καταστάσεων δεν βοηθά στην ανάλυση του φαινομένου, που είναι ο στιγματισμός μέσων Ενημέρωσης και δημοσιογράφων.

Στην εν λόγω απόδοση στίγματος έχει προστεθεί τον τελευταίο καιρό, ακόμη μία αντίδραση «διαμαρτυρίας». Αυτή της κομματικής αποχώρησης από ένα κανάλι, το λεγόμενο «εμπάργκο».

Στρατηγική που θα οδηγήσει σε γκέτα και εχθρικά στρατόπεδα… στερώντας έτσι από τους (ελάχιστους, πανελλαδικής εμβέλειας) τηλεοπτικούς σταθμούς το χαρακτηριστικό της πολυφωνίας, η οποία οξύνει την κριτική σκέψη.

Ειδικότερα στην περίπτωση της ΕΡΤ, θα παγιωθεί η ιδέα του κυβερνητικού φερέφωνου, με το εμπάργκο ως σκυτάλη από το ένα κόμμα στο άλλο, όταν αλλάζουν θέσεις από κυβέρνηση σε αξιωματική αντιπολίτευση. Αναντίρρητα, πρόκειται για κατάφορη αδικία σε βάρος της κρατικής τηλεόρασης.

Το εμπάργκο περιορίζει τη διάχυση της πληροφορίας και «ρίχνει» την ποιότητα της ενημέρωσης, τη στιγμή που αυτή διανύει ακόμη μία κρίση στην Ελλάδα, με τους πολίτες να αναζητούν την αλήθεια σε θεωρίες συνωμοσίας που διακινούνται μέσω των social media.

Αυτό πρέπει να το σκεφτούν καλά τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στη ΝΔ, καθώς δεν θα μπορούν να πείσουν πώς από τη μία μέρα στην άλλη η Δημόσια Τηλεόραση χάνει και βρίσκει την αξιοπιστία της…

Την ίδια ώρα οφείλουν να αναλογισθούν ότι ένα κόμμα, που υπαγορεύει στα στελέχη του σε ποιο κανάλι θα εμφανιστούν, στερεί την ελευθερία της επιλογής από συγκεκριμένη ομάδα, χάνοντας το δημοκρατικό πρόσημό του. Η κομματική πειθαρχία θα πρέπει άμποτε να καταδικαστεί ως ξεπερασμένη φοβική αντίδραση των πολιτικών αρχηγών.