Επαγγελματική Εκπαίδευση: Πικρές αλήθειες – Γράφει ο Δημήτρης Βαρτζόπουλος 

Όλοι μιλούμε για ανάπτυξη, επενδύσεις κλπ κλπ, συγχρόνως όμως όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι πιστοποιημένους τεχνίτες δεν βρίσκεις ούτε με το κυάλι. Όλοι ξέρουμε τι πληρώνουμε για τα φροντιστήρια, πόσοι όμως στέλνουμε συνειδητά τα παιδιά μας στα ΕΠΑΛ; Πόσοι κάνουν αιτήσεις στα 8μηνα των Δήμων και σε τι ειδικότητες, πόσοι ψάχνουν για δουλειά σαν τορναδόροι;

Τα ερωτήματα αυτά δεν αναφέρονται βέβαια σε κάτι καινούριο.

Του Δημήτρη Βαρτζόπουλου*

Όταν ήμουνα στην δεκαετία του 1980 στην περιοχή του Ruhr, την παραδοσιακή καρδιά της γερμανικής βιομηχανίας, είχα γνωρίσει πολλούς Gastarbeiter, που είχαν κάνει προκοπή. Αρκετοί απ´ αυτούς μου λέγανε, ότι μαθητεύοντας δίπλα στους ντόπιους αρχιτεχνίτες, είχαν κατακτήσει θέσεις ευθύνης στα εργοστάσια, ότι με υπερωρίες και νυκτερινά κερδίζανε αρκετά, περισσότερα και από ντόπιους επιστήμονες, από έναν δάσκαλο πχ ή κι από μένα, έναν ειδικευόμενο γιατρό! Φτιάξανε κομπόδεμα, το όνειρο συνήθως ήταν ένα σπίτι, η σύνταξη στην πατρίδα και, φυσικά, τα παιδιά μακριά από την βάρδια στο Πανεπιστήμιο. Απ´ όπου, βέβαια, θα έβγαζαν ενδεχομένως λιγότερα απ´ ότι οι ίδιοι σαν μάστορες.

Τα τελευταία 40 χρόνια δεν άλλαξε βέβαια τίποτε σε αυτό το συλλογικό κοινωνικό πρότυπο. Δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε τους λόγους γιατί αυτά τα στοιχεία πολιτισμικής μεταβίβασης, αυτά που ο R. Dawkins ονόμασε προσφυώς « μιμίδια», επιδεικνύουν αυτήν την διεισδυτικότητα και αντοχή. Ούτε να αναλύσουμε τις τεράστιες επιπτώσεις, που έχει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας ενός εφήβου η συναίσθηση, ότι στην ακαδημαϊκή του επιτυχία επενδύονται τα όνειρα ολόκληρης της οικογένειας, είτε η συνειδητοποίηση, ότι η ζωή του εν τέλει θα ακολουθήσει μια κατεύθυνση, που πρώτη φορά φαντάστηκε, όταν συμπλήρωσε το μηχανογραφικό του.

Αυτά βεβαίως είναι πολύ γνωστά, εξ ου και οι προσπάθειες θεραπείας τους με επανειλημμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Το 2013, ο ριζοσπαστικά καινοτόμος Νόμος Αρβανιτόπουλου, έριξε στέρεα θεμέλια, που δυστυχώς απλώς μπαζώθηκαν από την Αριστερά. Αντ´ αυτού ο κ. Γιαβρόγλου ακολουθώντας την πεπατημένη των «μιμιδίων» θεώρησε ότι η μετονομασία των ΤΕΙ σε ΑΕΙ θα αυξήσει την δελεαστικότητα τους. Καμμία αντίρρηση. Η τριτοβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση είναι εξ ορισμού Ανωτάτη. Αρκεί βεβαίως εκτός από τους Διευθυντές Παραγωγής να υπάρχουν και τεχνίτες στην βάρδια και όλοι αυτοί να έχουν και κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει σήμερα!

Ο νέος νόμος, που μόλις προ ημερών ψηφίσαμε , εκσυγχρονίζει και ολοκληρώνει το υφιστάμενο πλαίσιο ακολουθώντας τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές. Το κανονιστικό πλαίσιο, που θέτει, είναι πράγματι άψογο. Το ζητούμενο, ως συνήθως παρ´ ημίν, είναι πλέον η εφαρμογή του.

Η επιτυχία ενός νόμου, που εξ ορισμού δεν μπορεί, να έχει αναγκαστικό χαρακτήρα, εξαρτάται απόλυτα από την δημοφιλία του. Εν ολίγοις, από το πόσοι νέοι άνθρωποι θα ακολουθήσουν αυτήν την επιλογή ζωής. Τούτο κατά την εκτίμησή μου εξαρτάται καθοριστικότατα από τα εξής σημεία:

1.Από την διαδικασία της επιλογής. Ορθώς εδώ θα γίνεται στην 8-9η τάξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Είναι από νευροαναπτυξιακής πλευράς καλύτερα πχ από το 4-5 έτος της Γερμανίας. Καθοριστικός εν προκειμένω πρέπει, να είναι ο ρόλος των «Εργαστήριων δεξιοτήτων», που ιδρύσαμε με την αναμόρφωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Τα εργαστήρια αυτά θα πρέπει, να εξελιχθούν σε αποτελεσματικά εργαλεία υποστήριξης των μαθητών και των γονέων τους στην ορθή επιλογή μεταξύ γενικής και τεχνικής εκπαίδευσης, ΣΕΚ ή ΕΠΑΛ. Ο στόχος δεν μπορεί, παρά να είναι ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος, δηλαδή το σημερινό 70% Γενική /30% Τεχνική Εκπαίδευση, να γίνει τουλάχιστον 50/50. Επ´ αυτού θα πρέπει ασφαλώς, να υπάρξει στοχευμένη εκπαίδευση των Καθηγητών και συνεχής αξιολόγηση.

2.Από την δυνατότητα απ´ ευθείας πρόσβασης από την τεχνική δευτεροβάθμια στην τεχνική τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπως γινόταν και κάποτε στο παρελθόν. Δηλαδή ένα σημαντικό ποσοστό των θέσεων στην ανωτάτη τριτοβάθμια τεχνική εκπαίδευση, σίγουρα πάνω από το 50%, να είναι προσβάσιμο στους αριστούχους των αντιστοίχων ειδικοτήτων των ΕΠΑΛ, χωρίς άλλες εξετάσεις. Απ´ ευθείας δηλαδή, χωρίς Πανελλήνιες Εξετάσεις.

3.Από την διασύνδεση της μαθητείας με την αγορά εργασίας, μια καθοριστική καινοτομία του νέου νόμου. Θεωρώ, ότι ακολουθώντας ευρωπαϊκά πρότυπα θα πρέπει, να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στην ίδρυση Επαγγελματικών Σχολών Κατάρτισης από τα Επαγγελματικά και Βιοτεχνικά Επιμελητήρια κατά τα πρότυπα των ΕΠΑΣ του ΟΑΕΔ. Δεδομένης μάλιστα της μοναδικής και απαράμιλλης στην χώρα τεχνογνωσίας του ΟΑΕΔ στο δυαδικό σύστημα εκπαίδευσης, θεωρίας και μαθητείας, θα πρέπει – τουλάχιστον στην αρχή- η συμμετοχή του ΟΑΕΔ στην πιστοποίηση και διοίκηση των ΣΕΚ των Επιμελητηρίων, να είναι σημαντική. Η επιλογή των κατευθύνσεων θα πρέπει, να αφεθεί εξ ολοκλήρου στις Διοικήσεις των Επιμελητηρίων, η γνώμη των οποίων θα είναι υποχρεωτική για τα Συμβούλια Σύνδεσης με την Παραγωγή και την Αγορά Εργασίας.

4.Από την κατοχύρωση των επαγγελματικών προσόντων και δικαιωμάτων. Για να επιτύχουν όλα αυτά, στο τέλος θα πρέπει, να εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας. Για να γίνει αυτό με σιγουριά, θα πρέπει οι επιχειρήσεις να γνωρίζουν , ότι για να αδειοδοτηθούν, θα απαιτείται, να απασχολούν συνθέσεις προσωπικού με συγκεκριμμένα επαγγελματικά προσόντα. Και αυτοί, που μοχθούν, να αποκτήσουν αυτά τα προσόντα, να γνωρίζουν, ότι δεν θα μπορεί να τα παραχαράξει κανείς, να αισθάνονται δηλαδή απόλυτη ασφάλεια για τα επαγγελματικά τους δικαιώματα.

Η πραγματική εφαρμογή αυτού του νόμου θα έχει τεράστιες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Χωρίς αυτή τα όποια Προγράμματα έρχονται, οριακή θα έχουν μόνο αποτελεσματικότητα. Αν όμως τα καταφέρουμε, τα παιδιά μας θα ζουν σε μια πολύ καλύτερη χώρα.

* Ο κ. Δημήτρης Βαρτζόπουλος είναι Βουλευτής Β΄Θεσσαλονίκης με τη Νέα Δημοκρατία