Ας μας αφήσουν, επί τέλους, ήσυχους στο χρέος μας. Του Διονύση Καραχάλιου

358

Είναι πολύ εύκολο να ασκείς κριτική για τους πολεμιστές και να καταλογίζεις λάθη στους ήρωες, όταν βρίσκεσαι βαθιά χωμένος στην πολυθρόνα σου… Είναι εύκολο να μεθάς με τα τσίπουρα και τις ρακές στα τραπεζώματα του Πολάκη, αντί να προσπαθήσεις να καταλάβεις τι σημαίνει μέθη «με το αθάνατο κρασί του ’21»…Είναι εύκολο να μιλάς για «φασίστες», «χουντικούς», «μιλιταριστές» και «σκοταδιστές», όπως ο ανεκδιήγητος Φίλης, όταν δεν μπορείς να νοιώσεις γαλήνη και ανάταση στην θέα της Υπερμάχου Στρατηγού  και όταν νομίζεις ότι οι μεγάλες στιγμές της εθνικής μας ιστορίας δεν αξίζουν τίποτε μπροστά στην λαιμητόμο του Ροβεσπιέρου και τα γκουλάγκ του Στάλιν… Είναι εύκολο να αναρωτιέσαι, όπως ο αθεράπευτος θεράπων της προόδου Μητσός («Τα ΝΕΑ», 23.11.2020),  «ποιος σκαρφίστηκε την ιδέα για τον στρατό και την Παναγία, ταπετσαρία στο ναό της Δημοκρατίας» ή να απορείς, όπως ο περίεργος «φιλελεύθερος» Τσιντσίνης («Καθημερινή», 24.11.2020), για τον «καραβανάδικο νατουραλισμό των προβαλλομένων εικόνων», που τον βλέπει ως «τραυματική ανάμνηση σχολικής γιορτής», όταν ξέρεις ότι, ακόμη και με αυτές τις ανοησίες σου, κάποιοι θα κλείσουν τα αυτιά τους και θα κάνουν το καθήκον τους, όταν χρειαστεί…

Γράφει ο Διονύσης Καραχάλιος

Και ακόμη: Είναι πανεύκολο να καταγγέλλεις, να δυσφημείς, να λοιδορείς και να χλευάζεις, όταν θεωρείς «αγώνα» τις καταλήψεις και τις πορείες, όταν βάζεις το κόμμα και την αριστερά πάνω από το χρέος σου για την Πατρίδα, όταν η αέναη διαβούλευση για τις προοπτικές της επανάστασης και της πάλης των τάξεων απορυθμίζουν την σκέψη σου, εγκλωβίζουν την ζωή σου στη νομοτέλεια της ουτοπίας και σε καθιστούν άβουλο και άπραγο θεατή του έργου των άλλων, χάρη στο οποίο, όμως και συ καλοπερνάς και εξακολουθείς να …κάααθεσαι!…  Και όταν, χωρίς ίχνος αυτογνωσίας και ντροπής, χειροκροτείς για την Βουλή με τα χρώματα του ουράνιου τόξου, προς τιμή διαφόρων «ιδιαιτεροτήτων», αλλά πληγώνεται η υπερηφάνεια σου όταν, στην ίδια Βουλή, απεικονίζονται η Παναγία και οι Ένοπλες Δυνάμεις, την δύναμη των οποίων, θέλεις ή δεν θέλεις, θα επικαλεσθείς όταν την χρειαστείς, την κρίσιμη ώρα…

Πάντοτε έτσι γίνεται: Οι προκομμένοι δουλεύουν και για τους ανεπρόκοπους…. Οι υπεύθυνοι δεν διώχνουν τις ευθύνες όπως οι ανεύθυνοι, αντιθέτως τις φορτώνονται, τις κουβαλούν και μοχθούν για να τις φέρουν εις πέρας…Οι λεβέντες (στον κίνδυνο, όχι στο facebook και στο twitter) ορμούν μπροστά για να καλύψουν ΚΑΙ τα κενά που αφήνουν οι ριψάσπιδες και οι θρασύδειλοι… Οι πατριώτες αγωνίζονται «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» για να ξαναγράψουν τιμή, υπερηφάνεια και δόξα, στις σελίδες, που λεκιάζουν με την ντροπή της απουσίας τους, οι αμύντορες της ανοχής, της απραξίας και της ενδοτικότητας…

Όλα αυτά είναι κατανοητά και, δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτονόητα… Όμως, έλεος! Ας καταλάβουν επί τέλους όλοι αυτοί οι «προχώ» της διανόησης και της πολιτικής πως, ακόμη και αν νομίζουν ότι νομιμοποιούνται στον φλύαρο εξυπναδισμό τους και στον αυταρχικό διδακτισμό τους, στοιχειώδες κοινωνικό ήθος επιβάλλει και αυτοσυγκράτηση και μέτρο και περίσκεψη…  Ας υπάρξει, λοιπόν, λίγος σεβασμός στην ιστορία αυτού του άγιου τόπου, λίγη αίσθηση ευγνωμοσύνης στους ήρωές του, λίγη συνείδηση της αξίας της προσφοράς τους και του μεγέθους της κληρονομιάς τους… «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης», «Τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάσσω παραδώσω»,  «Ω, παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων` νυν υπέρ πάντων αγών». Αυτές είναι οι ιερές παρακαταθήκες των προγόνων μας και αν κάποιοι μας κατηγορούν για «προγονοπληξία», επειδή γονατίζουμε στην μνήμη τους και ορκιζόμαστε στο μεγαλείο τους, τιμή μας και καμάρι μας!

Ναι! Προτιμάμε τις Θερμοπύλες, την πύλη του Ρωμανού, το Σούλι, το Μανιάκι, το Μεσολόγγι και τα Φυλακισμένα Μνήματα, αντί να τρέμουμε, να σκύβουμε το κεφάλι και να προσφέρουμε «γη και ύδωρ» γονυπετείς και καταφρονεμένοι… Και Ναι! Ανατριχιάζουμε από το δέος και την  συγκίνηση που μας προσφέρουν οι Σαλαμίνες και οι Μαραθώνες, η Ισσός και τα Γαυγάμηλα,  οι Βελισάριοι και οι Βουλγαροκτόνοι, τα Δερβενάκια και  το Χάνι της Γραβιάς, οι Κολοκοτρωναίοι και οι Κανάρηδες, το Σαραντάπορο, το ύψωμα 731 και οι Διγενήδες, το αιώνιο ΟΧΙ των Ελλήνων σε κάθε βάρβαρο, σε κάθε επίβουλο και σε κάθε επιδρομέα… Όσοι δεν μπορούν να καταλάβουν την σημασία αυτής της ανεκτίμητης κληρονομιάς (καθώς δεν τους βοηθά, άλλους η αγραμματοσύνη τους και άλλους η υπερβολική «σοφία» τους…) ας αφήσουν τους άλλους να την νοιώσουν, να την βάλουν βαθιά μέσα στην ψυχή τους και να την έχουν λάβαρο και σημαία τους… Έτσι και αλλιώς και τίποτε να μην κάνουν,  είναι σαφώς προτιμότερο από την υπονόμευση του λαϊκού φρονήματος, την καταδολίευση της πατριωτικής εγρήγορσης και την αποσύνθεση της εθνικής μας συνείδησης, που συστηματικά επιδιώκουν, δουλικά υποταγμένοι καθώς είναι στις διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες  ιδεοληψίες τους…

Πρέπει όλοι να καταλάβουν, έστω και αν κάποιοι δεν το αντέχουν, ότι αυτός ο τόπος δεν πρόκειται να χαθεί από την μοχθηρία, την χολή και το μίσος όλων εκείνων, που υμνούν την επανάσταση, αλλά αρνούνται την Πατρίδα, που ονειρεύονται το χάος και τρέμουν την υπεράσπιση του πατρίου εδάφους, που λοιδορούν εκείνους που είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν και να πεθάνουν για την Ελλάδα και όχι να κρυφογελούν πίσω από τις μολότοφ της αμφισβήτησης, της ανατροπής και της  ατιμώρητης αλητείας… Ούτε πρόκειται να χαθεί αυτός ο τόπος, επειδή κάποιοι αισθάνονται την παράδοση, την πίστη και την πολεμική αρετή των Ελλήνων ως βραχνά και χαλινό στον ατίθασο σβέρκο τους. Ας συνεχίσουν οι μεν να προγραμματίζουν στις σκοτεινές γιάφκες τους την «ταξική πάλη», ας συνεχίσουν τις ατέρμονες συζητήσεις και τις ανούσιες διαλέξεις για το μέλλον του σοσιαλισμού και την ενότητα της αριστεράς, ας εξακολουθήσουν να φαντασιώνονται σφυροδρέπανα και κόκκινες (ή, ακόμη και ροζ) σημαίες, ας βουτηχτούν, χωρίς μέτρο και ντροπή, στους μύθους του Πολυτεχνείου και ας κεντήσουν τα όνειρά τους με τον Ρουβίκωνα και την 17 Νοέμβρη, αγωνιζόμενοι αενάως να καταλάβουν γιατί συνετρίβησαν στον Γράμμο και στο Βίτσι…  Και ας συνεχίσουν οι δε να φλυαρούν, κουραστικά και μονότονα, ξεχωρίζοντας την ελευθερία από την πατρίδα και την θρησκευτική ευλάβεια από την δημοκρατική συνείδηση… Το έκαναν και άλλοι, που σήμερα κλαίνε στα ερείπια των ψευδαισθήσεών τους….

Δεν μας πτοεί η «πλέρια» ανοησία τους. Ούτε ο απογυμνωμένος από τα όσια και τα ιερά αυτού του τόπου ψευδεπίγραφος εκσυγχρονισμός τους… Όμως, είναι αλήθεια, προτιμάμε, αντι των βρυχηθμών και των κοασμών τους, να ακούμε την πεντακάθαρη φωνή της Ιστορίας από τα βάθη των αιώνων…

Ας μας αφήσουν, λοιπόν, ήσυχους να σκεφτόμαστε το χρέος μας προς «τους νεκρούς και τους αγέννητους», γιατί αυτοί και μόνον αυτοί «θα ’ρθουν να μας δικάσουν», αν υποκύψουμε στις σειρήνες της ξενέρωτης και αριστερόστροφης «προόδου»…