Αν ήσουν εδώ, σήμερα. Της Ελένης Κριτσιδήμα

1572

Αν ήσουν εδώ σήμερα, όλα θα ήταν διαφορετικά. Μόνο που δεν είσαι. Ήσουν, ωστόσο, πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς. ‘Ηρθες και με ξύπνησες, με ένα χάδι, όπως πάντα. «Σήκω, θα αργήσεις. Να προλάβεις να πιεις γάλα. Μην το αφήσεις πάλι» ήταν η πρώτη σου κουβέντα, πριν από την «καλημέρα». Κάθισες στο κρεβάτι μου, ανασηκώθηκα, σου έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και ξανά ξάπλωσα. «Δεν θα πάω. Δεν είναι υποχρεωτική η παρουσία στην εορτή» σου απάντησα.

Της Ελένης Κριτσιδήμα.

Μου έπιασες το χέρι, με παρακίνησες να αλλάξω γνώμη. Και σηκώθηκα, για να πάψεις τη γκρίνια. Καθώς ετοιμαζόμουν, σε ρώτησα «Θυμάσαι εκείνη την ημέρα;». Παρίστανες πως δεν κατάλαβες ή δεν άκουσες. «Σου μιλώ. Θυμάσαι την 28η Οκτωβρίου του 1940;» επέμεινα.

«Άσε με να κάνω τις δουλειές μου» αποκρίθηκες. Πίστευα, τότε, πως πράγματι σε ενδιέφεραν οι δουλειές σου περισσότερο. Χρειάστηκαν χρόνια, να φύγεις, να ανασύρω από τη μνήμη μου όλες τις συμπεριφορές σου και να τις αποκωδικοποιήσω, ώστε να καταλάβω ότι έλεγες, με άλλα λόγια, «Μη μου ξύνεις τις πληγές» κάθε φορά που απαντούσες,  κατ’ αυτόν τον τρόπο, στις ερωτήσεις μου για το παρελθόν σου.

-Πες μου βρε Χριστιανή. Πού ήσουν; Τι έκανες εσύ;

-Δεν θυμάμαι.

-Ωχού! Δεν γίνεται να μην θυμάσαι. Ήσουν 28 ετών. 

-Θυμάμαι όσα ακολούθησαν. Αλλά παράτα με και φύγε θα αργήσεις.

-Δεν πάω πουθενά, αν δεν μου πεις.

Μ’ εκείνα και με τούτα, σε έπεισα, ακόμη μία φορά και ξεκίνησες να ξετυλίγεις το κουβάρι των αναμνήσεων σου.

-Μια ημέρα, κατέβηκα με τα πόδια στον Πειραιά. Έκανε τσουχτερό κρύο και έπρεπε να βρω οτιδήποτε να φάμε. Μύριζε το λιμάνι, κοντά στον Ηλεκτρικό, θανατικό. Βουνά οι σκοτωμένοι. Από πάνω τους άλλοι, ζωντανοί πάλευαν αναμεταξύ τους ποιος θα έβρισκε τον νεκρό του. Τα γερμανικά αμάξια περιπολούσαν. Μάζευαν τους πεθαμένους και τους έθαβαν όλους μαζί σε λάκκους. Στρίβοντας σ ένα στενό, άκουσα το όνομα μου. Κοίταξα τριγύρω μου, κανείς γνωστός. ‘Ομως συνέχιζα να ακούω «Ελένη». Ήταν μια φωνή γνωστή και ταυτόχρονα διαφορετική, ξεψυχισμένη. Χαμηλώνοντας το βλέμμα, πάγωσε το αίμα μου. Ο Γρηγόρης, με άλλους από πάνω του να τον έχουν πλακώσει. Έπεσα στα γόνατα. Έκλαιγα, με λυγμούς, του έπιανα το βρώμικο πρόσωπο σαν το πιο ιερό πράγμα που είχα αγγίξει μέχρι εκείνη την ημέρα. Τον είχαμε για χαμένο. «Δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου, Ελένη, κάνε κάτι, αδερφή» είπε με μία ανάσα. Σηκώθηκα, τίναξα τα χώματα τη φούστα μου, του έδωσα οδηγία να μην τραβήξει βλέμματα και κίνησα να βρω ένα καρότσι για να τον μετέφερα. Η τύχη ήταν με το μέρος μου, νόμιζα. Βρήκα γλήγορα ένα και κίνησα προς τα πίσω. «Θα τον πάω σπίτι μου, να συνέλθει» σκεφτόμουν «Μετά θα μηνύσω στη μάνα να έρθει να τον δει». Όταν έφτασα, δεν ήταν εκεί. Ούτε αυτός, ούτε και οι σκοτωμένοι. Τον πήραν και τον έθαψαν ζωντανό. Αυτό πιστεύω. Δεν ξαναμάθαμε τίποτε κι ας φέραμε τον κόσμο ανάστα.

Ο μικρός μου γιος… ήταν έξι χρονών. Τόσα πρόλαβε να ζήσει. Σκοτώθηκε την ώρα που έπαιζε με άλλα παιδιά. Όχι μακριά από το σπίτι, αλλά εκεί  έτυχε να πέσει η βόμβα. Το δικό μου κι ένα ακόμα σκοτώθηκαν απ’ όλα. Λίγες μέρες μετά, χάσαμε  τον πατέρα μου από καρδιά. Δεν βάσταξε τις δυστυχίες μας. 

Μας πέταγαν στον Παπαστράτο, καμία μπομπότα, γυρνάγαμε σπίτι τη νύχτα να ταΐσουμε τα παιδιά μας και μας έλεγαν «πόρνες» οι άλλοι στην αυλή, τους δίναμε από το ξεροκόμματο και το δέχονταν. Πεινασμένοι ήταν και εκείνοι. 

-Πώς γίνεται να μην κλαις;

-Στέρεψα από κλάμα. 

– Ο μεγάλος σου γιος, ο Γιώργος πότε σκοτώθηκε;

 – Στην άλλη δυστυχία που ακολούθησε, στον Εμφύλιο. Άντε φύγε. Άσε με να τελειώνω με τις δουλειές. 

Αν ήσουν εδώ, δεν έχει σημασία πόσων ετών θα ήσουν. Θα ανήκες σε ομάδα υψηλού κινδύνου, θα ζούσαμε σε απόσταση εξ ανάγκης. Δεν θα σου έδινα εκείνα τα φιλιά που πάντα σε ξάφνιαζαν και δεν θα μου χάιδευες τα μαλλιά , φτιάχνοντας μου εκείνη τη σιχαμένη χωρίστρα. Δεν θα κοιμόμουν στο σπίτι σου, δεν θα σου εκβίαζα τις ιστορίες που μου διηγήθηκες, πότε καθαρίζοντας φασολάκια και πότε πλέκοντας, στα 24 χρόνια που ζήσαμε μαζί. Θα σε απέφευγα. Και θα τσακωνόμασταν, επειδή κάθε επιχείρηση να καταλάβεις, θα εξαντλούνταν με εκείνη την εξοργιστική φράση σου «Ας πεθάνω, να ξεκουραστώ».

Αν ήσουν εδώ, το μεσημέρι θα έμπαινα στο σπίτι σου, επιστρέφοντας και πριν πάω στο δικό μου. Θα σ´ έβρισκα να διαβάζεις. «Δεν ήπιες το γάλα σου, το πρωί» είχες πει, πριν 20 χρόνια, όταν με είδες μπροστά σου.

– Πότε επιτέλους θα σταματήσεις να αγοράζεις τα Νουνού με κούτες; 

-Δεν ξέρεις εσύ. Δεν πέρασες Κατοχή.

– Κατοχή δεν πέρασα και δεν ξέρω, αλλά γνωρίζω ότι το συγκεκριμένο γάλα δεν μου αρέσει. Σε κανέναν μας δεν αρέσει. 

– Αμ δεν ζήσατε τον πόλεμο, γι’ αυτό έχετε μούτρα και λέτε ότι δεν σας αρέσει. 

Δεν έδωσα συνέχεια. Έστριψα προς την κουζίνα, ήρθες από πίσω μου, πήρες ένα πιάτο και μου σέρβιρες. Δοκίμασες λίγο, πριν μου το παραδώσεις. Σου έδωσα ακόμη μια μπουκιά από το πιρούνι μου, ενώ έτρωγα και καθόσουν δίπλα μου.

Αν ήσουν εδώ, θα ήταν σχεδόν δολοφονικό, σήμερα, να σε φιλέψω από το φαγητό μου.

Αν ήσουν εδώ, το απόγευμα θα πίναμε παρέα το τσάι μας, αλείφοντας στο ψωμί το βούτυρο που θα είχες φτιάξει. Όπως θα συζητούσαμε, εθιμοτυπικά θα σου επαναλάμβανα εκείνη τη μεσοπολεμική ιστορία του παππού, η οποία τόσο με είχε μαγέψει όταν την άκουσα πρώτη φορά.

– Κάλπαζε πάνω στο άλογο του, έλεγε γιαγιά. Ξωπίσω του 4-5 Ιταλοί. Μα εκείνος ήξερε το δάσος και το ποτάμι καλύτερα από δαύτους. Ο Αχελώος τον έσωσε. Έτσι μου είχε πει. Ακούγονταν οι φωνές τους, αλλά δεν τους έβλεπε. Ξεπέζεψε από το άλογο, πέταξε το τουφέκι  του στο χώμα και πήδηξε στα παγωμένα νερά. Τους είδε να φτάνουν, να κατεβαίνουν από τα άλογα. Κόντευε να σκάσει, κρατώντας την αναπνοή του. Ξεκίνησαν να πυροβολούν μέσα στο νερό. Μια σφαίρα τον βρήκε στον ώμο. Κοκκίνισε το ποτάμι γύρω του. Με σβελτάδα κολύμπησε προς τις καλαμιές και ξεκίνησε να απομακρύνεται, αναπνέοντας από αυτές. Γλίτωσε».

Αν ήσουν εδώ, θα κλεινόσουν μέσα. Όχι, επειδή θα φοβόσουν τον ιό. Εσύ φοβόσουν μόνο τον Θεό, όπως δήλωνες. Εσύ δεν φοβήθηκες τον Χάρο. Τον νίκησες μια, δυο, τρεις, τέσσερις. Και του παραδόθηκες, όταν ήθελες πια να φύγεις συντροφιά του.

Αν ήσουν εδώ, φέρνοντας την κουβέντα στον παππού, θα γκρίνιαζες «Μια ζωή στις φυλακές την έφαγε. Τί κατάλαβε;».

-Πότε τον γνώρισες;

-Το ’48. Μετρούσαμε, ακόμη, τα παΐδια μας, από τους πολέμους.

– Τι εννοείς;

– Πριν από τους πολέμους, ήμασταν άνθρωποι. Είχαμε κάθε μέρα το τσουκάλι μας στη φωτιά, τις οικογένειές μας και την αξιοπρέπειά μας. Εξ αιτίας τους, χάσαμε τα πάντα. Εγώ εφτά γέννες έκανα κι εφτά παιδιά έθαψα. Όσοι επιβιώσαμε είχαμε μείνει με κόκκαλα και πέτσα, χωρίς καν ψυχή. Δειλά – δειλά με το πέρασμα των χρόνων, ξαναρχίσαμε να ζούμε αλλά ποτέ δεν ξαναγίναμε οι άνθρωποι που ήμασταν τον πρότερο καιρό. 

Αν ήσουν εδώ, δεν θα ξεμυτούσες από το σπίτι, προκειμένου να γλίτωνες τη μάσκα. Δεν θα την ήθελες. Ποτέ δεν ήθελες ό,τι σε έδειχνε ανήμπορη.

Αν ήσουν εδώ θα λύσσαγες, την ίδια ώρα, «Μάσκα να φοράς. Δεν ακούς. Θα με σκάσεις». Θα έτρεμες μην σου αρρωστήσει κάποιος από εμάς. Αν ήσουν εδώ, τη φροντίδα σου θα μας την επέβαλλες… Καθώς, για εσένα, αούτισσα, Πόντια γυναίκα, υπήρχε ο κόσμος όλος και ο κόσμος σου, εμείς.

Αν ήσουν εδώ, σαν αύριο, σαν άλλοτε, θα θέλαμε μετά την παρέλαση μια οικογενειακή βόλτα, οπουδήποτε στην εξοχή. Θα σου ζητούσαμε να έρθεις παρέα. Θα φορούσες την καλή, μαύρη φούστα σου και από πάνω το κοντομάνικο, κασμιρένιο μπλουζάκι σου με τη ζακέτα στο χέρι, μήπως κρύωνες.

Αλλά αν ήσουν εδώ, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε.

Αν ήσουν εδώ, θα ήταν όλα πολύ δύσκολα. Δεν είσαι και νιώθω τυχερή. Για όσα έζησα μαζί σου, για όσα μοιράστηκες μαζί μου, μα περισσότερο για τ’ ότι δεν είσαι σήμερα εδώ. Θα ήταν οδυνηρό να σε προστατεύω απομακρύνοντας σε από την καθημερινότητα μου.