ΕΛΣΤΑΤ: Στο 16,7% η ανεργία το β’ τρίμηνο

81

Στο 16,7% ανήλθε το ποσοστό ανεργίας στη χώρα το β’ τρίμηνο εφέτος, έναντι 16,2% του προηγούμενου τριμήνου και 16,9% του αντίστοιχου τριμήνου του 2019. Ο αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 768.276 άτομα (εκ των οποίων περίπου 509.000 άτομα είναι μακροχρόνια άνεργοι). Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 3,1%, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μειώθηκε κατά 4,6%, σε σχέση με το β’ τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

Σύμφωνα με την τριμηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός των απασχολουμένων ανήλθε σε 3.844.034 άτομα. Το ποσοστό απασχόλησης μειώθηκε κατά 0,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 2,8% σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2019. Με βάση τις κατευθύνσεις της Eurostat, λόγω της πανδημίας, τα άτομα που τίθενται σε αναστολή σύμβασης εξακολουθούν να θεωρούνται απασχολούμενοι, εφόσον η διάρκεια της αναστολής είναι μικρότερη από 3 μήνες ή αν λαμβάνουν περισσότερο από το 50% των αποδοχών τους.

Οι οικονομικά μη ενεργοί κάτω των 75 ετών (τα άτομα που δεν εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία) ανήλθαν σε 3.289.155 άτομα. Το ποσοστό των μη ενεργών μειώθηκε κατά 0,7% σε σχέση με το α’ τρίμηνο 2020 και αυξήθηκε κατά 3,4% σε σχέση με β’ τρίμηνο του 2019. Μέρος αυτής της αύξησης προέρχεται από τη ροή ανέργων προς τους οικονομικά μη ενεργούς καθώς, σύμφωνα με τον ορισμό για τον άνεργο και τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό, εάν ένα άτομο δεν εργάζεται, δεν αναζητεί ενεργά εργασία και δεν είναι διαθέσιμο να αναλάβει άμεσα εργασία, δεν κατατάσσεται στους ανέργους αλλά στον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό.

Όπως επισημαίνει η ΕΛΣΤΑΤ, η επίδραση της πανδημίας στην αγορά εργασίας εμφανίζεται πιο έντονη το β’ τρίμηνο 2020 και εντοπίζεται κυρίως στα εξής:

*Αύξηση των απουσιών από την εργασία,

*Μείωση των ωρών εργασίας σε σχέση με τα προηγούμενο τρίμηνα,

*Αύξηση της εργασίας από το σπίτι,

*Περιορισμός των ατόμων που δεν εργάζονται, αναζητούσαν εργασία και δήλωσαν ότι δεν είναι άμεσα διαθέσιμα να εργαστούν.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας στην αγορά εργασίας επηρέασαν το σύνολο των κλάδων της οικονομίας. Όσον αφορά στις απουσίες από την εργασία και τη μείωση στις ώρες εργασίας, οι κλάδοι που επηρεάστηκαν περισσότερο ήταν αυτοί των υπηρεσιών (εμπόριο, ξενοδοχεία, εστιατόρια, μεταφορές, επικοινωνίες και άλλες υπηρεσίες), ενώ λιγότερο επηρεάστηκε ο κλάδος της γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας. Επίσης, η εργασία στο σπίτι αυξάνεται εμφανώς στους κλάδους των χρηματοπιστωτικών, επιχειρηματικών και άλλων υπηρεσιών.

Σύμφωνα επίσης με την ΕΛΣΤΑΤ, στις γυναίκες το ποσοστό ανεργίας (19,9%) παραμένει σημαντικά υψηλότερο από εκείνο στους άνδρες (14,1%).

Ηλικιακά, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στις ομάδες 20- 24 ετών (36,4%) και 15- 19 ετών (32,5%). Ακολουθούν οι ηλικίες 25- 29 ετών (26,5%), 30- 44 ετών (16,2%), 45- 64 ετών (13,2%) και 65 ετών και άνω (8,5%).

Σε επίπεδο περιφερειών της χώρας, στις τρεις πρώτες θέσεις βρίσκονται το Νότιο Αιγαίο (26,6%), η Δυτική Ελλάδα (22,2%) και η Στερεά Ελλάδα (19,7%). Ακολουθούν, η Κρήτη (19,5%), οι Ιόνιοι Νήσοι (19,1%), η Κεντρική Μακεδονία (18,8%), η Δυτική Μακεδονία (17,9%), η Θεσσαλία (17,9%), η Ήπειρος (16,6%), το Βόρειο Αιγαίο (15,9%), η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (15,8%), η Αττική (13,7%) και η Πελοπόννησος (10%).

Οι βασικοί λόγοι που σταμάτησαν οι άνεργοι να εργάζονται είναι είτε γιατί η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (34,3%) είτε γιατί απολύθηκαν (21,4%). Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανέργων (26,6%) εργαζόταν στους κλάδους των ξενοδοχείων και της εστίασης. Σε ό,τι αφορά στο επάγγελμα της προηγούμενης εργασίας τους, το μεγαλύτερο ποσοστό (32,7%) απασχολούνταν στην παροχή υπηρεσιών ή ως πωλητές. Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν (νέοι άνεργοι) είναι 17,5%).

Η πλειονότητα των ανέργων (66,2%) αναζητεί εργασία ένα έτος ή περισσότερο (μακροχρόνια άνεργοι). Το 25,3% των ανέργων αναζητεί εργασία ως μισθωτός μόνο σε πλήρη απασχόληση, ενώ το 66,5% αναζητεί εργασία με πλήρη απασχόληση, αλλά στην ανάγκη θα δεχόταν και μερική. Το ποσοστό των ανέργων που δηλώνουν ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 18,3%, ενώ το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι λαμβάνουν επίδομα ή βοήθημα από τον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 19%.

Στα άτομα με ξένη υπηκοότητα το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται σε 32,5% και σε αυτά με ελληνική σε 15,6%.

Όσον αφορά στην απασχόληση, το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων εργάζονται ως μισθωτοί (67,9%), ενώ σημαντικό είναι και το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό (21,3%). Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, εμφανίζεται μείωση για τους μισθωτούς (0,4%) και αύξηση για τους βοηθούς στην οικογενειακή επιχείρηση (1,6%). Σε σχέση με το προηγούμενο έτος παρουσιάζεται μείωση σε όλες τις κατηγορίες.

Το ποσοστό μερικής απασχόλησης ανέρχεται σε 9,2%, ενώ το ποσοστό των ατόμων που έχουν προσωρινή εργασία σε 6,8%. Η μερική απασχόληση εμφανίζεται μειωμένη (2,9%) τόσο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, όσο και σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (1,9%). Η προσωρινή απασχόληση έχει επίσης μειωθεί τόσο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (5,2%), όσο και σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2019 (27,6%).

Τα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων είναι οι εργαζόμενοι στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές (23,2%) και οι επαγγελματίες (20,1%). Σε σχέση με το α’ τρίμηνο, η μεγαλύτερη μείωση εμφανίζεται στους ειδικευμένους τεχνίτες (1,8%) και στους υπαλλήλους γραφείου (1,5%). Σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2019, η μεγαλύτερη αύξηση εμφανίζεται στα ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη (7,9%) και η μεγαλύτερη μείωση στους ανειδίκευτους εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες (9,6%).