Aφιέρωμα στη ΔΕΘ: Σεπτέμβριος 1941, δεν διεξάγεται για 1η φορά μετά από 15 χρόνια

134
ΑΠΕ

Τον Σεπτέμβριο του 1941, η Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά από το 1926 δεν ετοιμαζόταν να φιλοξενήσει τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Τώρα η πανδημία, τότε ο πόλεμος… Μέχρι τότε, αλλά και μετά το 1951 που επαναλειτούργησε, η ΔΕΘ έδινε ζωή στην πόλη. Δεν ήταν όμως μόνο η ΔΕΘ που «σίγησε» εκείνη την εποχή. Σίγησε και ο Τύπος. Άνθισαν από την άλλη οι κωμωδίες για «Γέλιο χωρίς δελτίο»…

Οι εφημερίδες αποτυπώνουν τον σφυγμό μιας κοινωνίας, αναδεικνύουν τα προβλήματα και διεκδικούν λύσεις. Διαχρονικά αυτός είναι ο ρόλος τους στις δημοκρατικές κοινωνίες. Ακόμη και τις πρώτες ημέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου, «οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης απηχώντας και αναπαράγοντας τη γενικότερη εθνική έξαρση, θα αναλάβουν όχι μόνο να καλύψουν τα νέα του μετώπου αλλά και να εμψυχώσουν τον πληθυσμό με άρθρα και χλευαστικούς για τις ήττες των Ιταλών τίτλους. Τα σώματα αυτά των εφημερίδων αποτελούν πολύτιμη πηγή για την ανάπλαση του σφυγμού της καθημερινής ζωής στη Θεσσαλονίκη”, σημειώνει ο Γιώργος Αναστασιάδης στο βιβλίο του «Η Θεσσαλονίκη των εφημερίδων» (1994).

Από τις 9 Απριλίου του 1941 που οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, οι εφημερίδες της πόλης ανέστειλαν την έκδοσή τους. «Όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, η επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο περιορίστηκε στον επίσημο δίαυλο της γερμανικής λογοκρισίας. Ημερήσιες και εβδομαδιαίες εφημερίδες τέθηκαν υπό καθεστώς απόλυτου ελέγχου, όπως σε όλη την Ελλάδα, αν και μόνο στη Θεσσαλονίκη επανακυκλοφόρησε μια ακραία, αντισημιτική, εθνικοσοσιαλιστική εφημερίδα. Ήταν η “Νέα Ευρώπη”, ένα φύλλο που είχε απαγορευθεί στον Μεσοπόλεμο και αναγεννήθηκε για να αποτελέσει το ιδεολογικό όργανο των κατακτητών στην ελληνική γλώσσα» (Η Θεσσαλονίκη κατά τη Γερμανική κατοχή, Άννα Μαρία Δρουμπούκη, Ιάσων Χανδρινός, 2014).

Σταμάτησε έτσι να καταγράφεται ο σφυγμός της ζωής στη Θεσσαλονίκη και με πηχυαίους τίτλους καταγραφόταν μέρα με τη μέρα η «θριαμβευτική» πορεία των δυνάμεων του Άξονα με φωτογραφίες του Φύρερ σε διάφορες συναντήσεις του από τον Μουσολίνι (1/9/1941) μέχρι την παρασημοφόρηση σε «ανδραγαθ’ησαντας αξιωματικούς και στρατιωτικούς»(6/9/1941). Το πρώτο, το κύριο θέμα της εφημερίδας «Νέα Ευρώπη» ήταν σχεδόν καθημερινά μία ανακοίνωση του Γενικού Αρχηγείου των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Στην εν λόγω εφημερίδα έγραφαν ελάχιστοι δημοσιογράφοι από θεσσαλονικιώτικες εφημερίδες που έκλεισαν, οι οποίοι αργότερα πέρασαν από δοσιλογικά δικαστήρια.

Τον Σεπτέμβριο του 1941 είχαν αρχίσει να φαίνονται καθαρά και στη Θεσσαλονίκη οι συνέπειες της φτώχειας και του υποσιτισμού. Η «Νέα Ευρώπη» αναφέρεται με μονόστηλα στα θέματα της μαύρης αγοράς ή στην παρέμβαση Εθνικού Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης «να διανέμονται όλα τα είδη τροφίμων που παράγονται στην περιοχή στη βάση των δελτίων όπως γίνεται στην Αθήνα» (6/9/1941). Από τα αρχεία της εφημερίδας «Νέα Ευρώπη» -που υπάρχουν σε ηλεκτρονική μορφή στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης- είναι δύσκολο να νιώσει κάποιος τον σφυγμό της πόλης τον Σεπτέμβριο του 1941.

Περίοπτη θέση στο καθημερινό φύλλο της εφημερίδας κατέχει σχεδόν καθημερινά το θέατρο. Ο Σεπτέμβριος του 1941 μπορεί να βρήκε τη Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά ύστερα από 15 χρόνια χωρίς Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, τη βρήκε όμως με πολλές θεατρικές παραστάσεις, κωμωδίες σχεδόν στο σύνολό τους, προς τέρψιν… «Γέλιο χωρίς δελτίο», έγραφε η εφημερίδα διαφημίζοντας τέσσερις παραστάσεις που παίζονταν στις 13 Σεπτεμβρίου στην πόλη. Οι κωμωδίες της εποχής, «έχουν θέματα ανώδυνα (συζυγική απιστία, ερωτικά τρίγωνα, αστυφιλία) και αναπαράγουν την προπολεμική θεματολογία χωρίς ν’ απεικονίζουν τη γύρω τους ζοφερή πραγματικότητα» (Κατερίνα Καρρά, Η κωμωδιογραφία της περιόδου 1936-1944 ως πεδίο μελέτης πολιτιστικών μεταβολών).

Σκαλίζει τη μνήμη της και ανασύρει εικόνες «φορτωμένες» με πόνο, που όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν έχουν καταφέρει να φύγουν από την καρδιά και το μυαλό της. Η 90χρονη, σήμερα, Ελένη Μιχαλοπούλου, μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων «ξετυλίγει» το κουβάρι των αναμνήσεών της από την εποχή εκείνη που ο ζόφος του πολέμου σκίαζε τα πάντα και κατάφερε -μεταξύ άλλων- να «σβήσει» και τα φώτα της μεγαλύτερης γιορτής της πόλης, της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Η Έκθεση το 1941 καταλύθηκε από τον γερμανικό στρατό, λεηλατήθηκε και καταστράφηκε και χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δέκα χρόνια όταν τελικά επαναλειτούργησε, το 1951.

Η μαρτυρία της 94χρονης Ελένης Μιχαλοπούλου

Δεκαπέντε χρόνια συνεχούς λειτουργίας «μετρούσε» η ΔΕΘ όταν, για πρώτη φορά, το 1940, δεν άνοιξε τις πύλες της και η Ελένη Μιχαλοπούλου θυμάται σαν σήμερα εκείνες τις μέρες: «Έρχονται οι Γερμανοί, έρχονται και τα καταλαμβάνουν όλα. Έβαλαν παντού ανακοινώσεις ότι απαγορεύονται οι συνωστισμοί, δεν μπορούσαμε να βρεθούμε πάνω από πέντε – έξι άνθρωποι μαζί στον ίδιο χώρο, δεν θα μιλάτε -μας έλεγαν- δεν θα γίνονται μαζέματα, δεν θα γίνεται τίποτε -έλεγαν- και έτσι πάει η και η ΔΕΘ… δεν άνοιξε εκείνη τη χρονιά και πέρασαν δέκα χρόνια για να ανοίξει. Άρχισαν να τα κρύβουν όλα για να τα κατασχέσουν».

Αν και μόλις δέκα ετών τότε, η ηλικιωμένη Θεσσαλονικιά αντιμετώπιζε με θάρρος τις εξελίξεις και δεν δίσταζε στιγμή να βγει στον δρόμο για να εξερευνήσει με το αθώο παιδικό της βλέμμα όσα τρομερά συνέβαιναν γύρω της και να αφουγκραστεί τον παλμό της δύσκολης εκείνης περιόδου.

«Ένα βράδυ με έστειλε ο μπαμπάς μου στα άλογα για μια δουλειά. Με έπιασαν οι Γερμανοί, με έκλεισαν σε ένα σχολείο στη Βέροια. Με είδαν στον δρόμο να κρατώ κάτι στα χέρια και νόμιζαν πως είναι έγγραφα και θα τα δώσω στους αντάρτες και έτσι με πήγαν στο σχολείο κρατούμενη. Ο διερμηνέας που ήταν μαζί τους με είδε μικρό κορίτσι, τού εξήγησα πως πήγαινα στον στάβλο και είχα μαζί μου κάποια χαρτιά της θείας μου και με άφησαν. Δεν φοβόμουν όμως τίποτε, δεν φοβήθηκα ποτέ», λέει με στεντόρεια, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, φωνή.

Ο κόσμος -θυμάται η κ. Μιχαλοπούλου- περίμενε τη ΔΕΘ ως μια μεγάλη γιορτή. «Ήταν διασκέδαση, ψυχαγωγία, χαρά, ένα μεγάλο πάρτι, ένα ξεσήκωμα», λέει χαρακτηριστικά. «Δεν ήταν η έκθεση, όπως είναι τα τελευταία χρόνια. Μπουλούκια ξεχύνονταν ο κόσμος, ακροβατικά που εκείνη την εποχή τραβούσαν όλα τα βλέμματα, τραγούδια, ηθοποιοί ακροβατικά και γλυκίσματα στους χώρους», περιγράφει,τονίζοντας πως η ΔΕΘ πολλών δεκαετιών πίσω είχε άλλο χρώμα, άλλες εικόνες και άλλες μυρωδιές. Αντίστοιχες εκείνης της εποχής…

Ένα χρόνο πριν κλείσει η ΔΕΘ για μια δεκαετία, η Ελένη Μιχαλοπούλου «αντάμωσε», όπως λέει, με τη Σοφία Βέμπο και ήταν από τις πιο έντονες στιγμές της. «Η Βέμπο έβγαινε στη σκηνή και εγώ κοριτσάκι δίπλα της ήμουν μαζί με την αδερφή της, την Αλίκη, στα παρασκήνια. Εγώ ήμουν μικρούλα, μόλις εννέα χρονών, αλλά με πήρε και τραγουδούσαμε μαζί γιατί από μικρή μού άρεσε να ασχολούμαι με το τραγούδι και την υποκριτική», εξηγεί η κ. Μιχαλοπούλου.

Για μια δεκαετία η ΔΕΘ «σιώπησε», αλλά όταν το 1951 ετοιμάστηκε να φορέσει και πάλι τα γιορτινά της, η κ. Μιχαλοπούλου βρέθηκε και πάλι στην «πρώτη γραμμή» της χαράς. «Άρχισαν οι χαρές και τα πανηγύρια. Βάλαμε τα καλά μας πήραμε τις σημαίες μας, είχαμε μεγάλη χαρά. Δεν είχε τότε πολλά εμπορικά και ο περισσότερος κόσμος ήταν έξω. Είχε πολλά παιχνίδια, λούνα παρκ, θέατρα, τραγούδι, ακροβατικά. Δεν έγιναν αμέσως όλα όπως παλιά -σημειώνει- ωστόσο η επιθυμία και η λαχτάρα του κόσμου να βρεθεί ξανά στη ΔΕΘ είναι μια πολύ δυνατή ανάμνησή της. «Ο πόλεμος τέλειωσε, μπορούμε ελεύθερα τον ήλιο να κοιτάμε», είναι ο στίχος που τραγουδούσαν η κ. Μιχαλοπουλου και η παρέα της όταν βρέθηκαν ξανά στη ΔΕΘ.

Σεπτέμβριος 2020. Σήμερα, η κ. Μιχαλοπούλου ζει ένα ακόμη κλείσιμο της ΔΕΘ. Αυτή τη φορά, η αιτία είναι οι πρωτόγνωρες συνθήκες της πανδημίας του κορονοϊού. Πάντως η ίδια είχε αρκετά χρόνια να επισκεφθεί την Έκθεση, όχι λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της, αλλά κυρίως επειδή της λείπει η εποχή της μαύρης μπύρας και των ακροβατικών, όπως λέει.

Η ακύρωση της φετινής διοργάνωσης τη στεναχώρησε πολύ και ευχή της είναι, όπως τονίζει, να επιστρέψει γρήγορα η καθημερινότητα του κόσμου σε κανονικούς ρυθμούς και όταν όλα γίνουν όπως παλιά να επιστρέψει και λίγη από τη μαγεία της δικής της εποχής, των δικών της αναμνήσεων από τη ΔΕΘ.