Το ΣτΕ ξεκλειδώνει τη γραμμή 4 του ΜΕΤΡΟ: Σαφείς κατευθύνσεις στην Αττικό ΜΕΤΡΟ

331

Το «κλειδί» για το πέρασμα του διαγωνισμού για τη Γραμμή 4 του Μετρό στην τελική ευθεία δίνει στην Αττικό Μετρό η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των ασφαλιστικών μέτρων που είχαν καταθέσει οι δύο κοινοπραξίες (Άβαξ – Ghella – Alstom Transport και Άκτωρ  –  Ansaldo  – Hitachi Rail Italy) που έχουν απομείνει στη διεκδίκηση του έργου, το οποίο θα είναι το μεγαλύτερο δημόσιο έργο των επόμενων ετών.

Το σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ έρχεται να ρίξει φως σε μια σειρά από ζητήματα και να καταρρίψει σενάρια της προηγούμενης εβδομάδας που έκαναν λόγο ακόμα και για ματαίωση του διαγωνισμού, παρέχοντας μια ξεκάθαρη κατεύθυνση προς την Αττικό Μετρό, η οποία εφόσον ακολουθηθεί, θα οδηγήσει με ασφάλεια το διαγωνισμό για το μεγαλύτερο δημόσιο έργο της δεκαετίας, με προϋπολογισμό 1,8 δισ. ευρώ, ένα βήμα από την ολοκλήρωσή του.

Όπως προκύπτει, το Ανώτατο Δικαστήριο θωρακίζει απολύτως τον διαγωνισμό και παρέχει πλήρη νομιμοποίηση στη συνέχισή του, χωρίς να αφήνει καμία σκιά ως προς τις ενέργειες στις οποίες υποχρεούται να προχωρήσει η Αττικό Μετρό. Ειδικότερα, περιγράφει με σαφή τρόπο στην Αττικό Μετρό έναν οδικό χάρτη, προκειμένου να διορθώσει το πρακτικό της Επιτροπής Διαγωνισμού και να το επανακαταθέσει, έχοντας προσαρμόσει την τεχνική αξιολόγηση των δύο κοινοπραξιών στις υποδείξεις του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Με αυτόν τον τρόπο, φαίνεται πως δικαιώνεται η ψύχραιμη προσέγγιση όσων, σε συνέχεια των σεναρίων της περασμένης εβδομάδας περί ενδεχομένου ματαίωσης του διαγωνισμού, συνιστούσαν υπομονή έως ότου καθαρογραφεί η απόφαση και μελετηθεί προσεκτικά το σκεπτικό του ΣτΕ.

Πράγματι, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν δημιουργεί ζήτημα ακύρωσης του διαγωνισμού, καταρρίπτοντας τους φόβους για το εάν το ΣτΕ, αποδεχόμενο τα ασφαλιστικά μέτρα και των δύο κοινοπραξιών, αποδέχεται επί της ουσίας ότι αμφότεροι οι συμμετέχοντες πρέπει να αποκλειστούν αυτομάτως, αφήνοντας το διαγωνισμό χωρίς διεκδικητές.

Από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου προκύπτει, ωστόσο, πως αν και το ΣτΕ καθιστά σαφές πως υπάρχουν ελλείψεις στο πρακτικό της Επιτροπής Διαγωνισμού της Αττικό Μετρό και αποδέχεται συγκεκριμένες αιτιάσεις των δυο κοινοπραξιών – σύμφωνα με τις οποίες άλλωστε αποδέχτηκε τα ασφαλιστικά μέτρα – εντούτοις αναφέρεται ξεκάθαρα σε πλημμελή τεκμηρίωση εκ μέρους της επιτροπής του διαγωνισμού, υποδεικνύοντας τα στοιχεία που χρειάζεται να διορθωθούν, προκειμένου ο διαγωνισμός να μπορέσει να περάσει στην επόμενη φάση και το άνοιγμα των οικονομικών προσφορών.

Κατά συνέπεια, η απόφαση του ΣτΕ δεν αναγκάζει επ’ ουδενί την πολιτεία να ματαιώσει τον διαγωνισμό. Αντιθέτως όμως η Αττικό Μετρό οφείλει να συμμορφωθεί με το διατακτικό και να διορθώσει το πρακτικό της τεχνικής αξιολόγησης με βάση τις υποδείξεις του ΣτΕ, σεβόμενη την απόφαση της Δικαιοσύνης. Αν το ΣτΕ σε δυο μήνες κάνει και πάλι δεκτά τα ασφαλιστικά μέτρα που οι εταιρείες πιθανότατα θα έχουν υποβάλλει, τότε πια το Υπουργείο θα μπορεί να εξετάσει με πολύ πιο ξεκάθαρη εικόνα τις επιλογές του και κανείς δεν θα μπορεί να του προσάψει ότι βιάστηκε, ότι αγνόησε το ανώτατο δικαστήριο ή ότι έχασε πολύτιμο χρόνο.

Ειδικότερα όταν, το σκηνικό θα έχει ξεκαθαρίσει σημαντικά μέχρι τις αρχές του Ιουνίου, καθώς με βάση τη μέχρι στιγμής εμπειρία, η διαδικασία εκδίκασης των ασφαλιστικών μέτρων δε φαίνεται να επηρεάζεται από το θέμα του κορωνοϊού και απαιτεί το πολύ δύο μήνες, διάστημα που δεν νοείται ως σημαντική καθυστέρηση σε έναν διαγωνισμό που ξεκίνησε το 2017 και μετρά ήδη 3 χρόνια.

Χωρίς αμφιβολία, κάθε κίνηση για τον συγκεκριμένο διαγωνισμό προϋποθέτει ιδιαίτερη προσοχή, δεδομένου πως αφορά στο μοναδικό τόσο ώριμο μεγάλο δημόσιο έργο στον κατασκευαστικό κλάδο και η οποιαδήποτε έστω και σκέψη για ακύρωση ενός συγχρηματοδοτούμενου διαγωνισμού, με προϋπολογισμό 1,8 δισ. ευρώ είναι ικανή να φέρει τόσο τις διαγωνιζόμενες εταιρείες, αλλά και σε μία ολόκληρη εφοδιαστική αλυσίδα συναφών κλάδων (όπως τσιμεντοβιομηχανίες, χαλυβουργίες, μελετητικές εταιρείες κ.α.) ντόμινο εξελίξεων.

Παράγοντες της αγοράς μάλιστα υπογράμμιζαν πως «μία ακύρωση και επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού, σε αυτή τη φάση, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, όχι μόνο στις συμμετέχουσες εταιρείες, αλλά και σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς ένας νέος διαγωνισμός θα απαιτούσε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, τουλάχιστον 2-3 χρόνια για να ολοκληρωθεί».

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το αν αναλογιστεί κανείς ότι παρότι η διακήρυξη του διαγωνισμού είχε κατηγορηθεί εξαρχής ως ελλιπής σε επίπεδο μελετών κι άλλων στοιχείων, οι προσφυγές των δυο κοινοπραξιών αφορούν αποκλειστικά σε λάθη και ελλείψεις που η μία κοινοπραξία προσάπτει στον τεχνικό φάκελο της άλλης και όχι σε προβληματικές διατάξεις του ίδιου του διαγωνισμού. Το ίδιο ίσχυε άλλωστε και στην περίπτωση των προηγούμενων προσφυγών των εταιρειών που αποκλείστηκαν σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας.