Ο κορωνοϊός απειλεί το «κινεζικό όνειρο»

85

*Του David Ignatius

Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχει κάνει μια άγραφη συμφωνία με τον κινεζικό λαό: δώστε μου πλήρη πολιτικό έλεγχο και θα λύσω τα προβλήματα της Κίνας, μετατρέποντάς την σε παγκόσμια υπερδύναμη. Αυτό το κοινωνικό σύμφωνο λειτούργησε μάλλον ικανοποιητικά μέχρι την εκδήλωση του κορωνοϊού.

Η επιδημία που ξέσπασε στην Ουχάν τον Δεκέμβριο έχει εξαπλωθεί βαθιά μέσα στον κοινωνικό ιστό της Κίνας. Έχει εξελιχθεί στη σοβαρότερη πρόκληση για τον Σι από τότε που έγινε πρόεδρος, το 2013, και στη μεγαλύτερη απειλή για την ηγεσία της Κίνας μετά την πλατεία Τιαν Ανμέν. Οι μηχανισμοί ελέγχου του αστυνομικού κράτους μπορεί να τρομοκρατούν τους πολίτες, δεν φαίνεται όμως να τρόμαξαν τον ιό. Μια παράπλευρη απώλεια ήταν λοιπόν η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης την ηγεσία της χώρας.

Η απειλή του κορωνοϊού κάποια στιγμή θα αρχίσει να φθίνει. Οι αναλυτές όμως αναρωτιούνται τι πολιτική παρακαταθήκη θα αφήσει. Η ηγεσία του Σι – μαζί με τις τακτικές απόλυτου κοινωνικού ελέγχου που εφαρμόζει – αποδείχθηκε τρωτή. Πώς θα αποκαταστήσει τώρα την εμπιστοσύνη του έθνους που διοικεί;

«Πρόκειται αναμφίβολα για μια ουσιαστική πρόκληση για τον Σι», λέει ο Κρίστοφερ Τζόνσον, πρώην αναλυτής της Κίνας στη CIA και senior fellow σήμερα στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών. Σύμφωνα με τον Τζόνσον, ο Σι θα παραμείνει στην εξουσία, αλλά υπάρχει μια σειρά παραγόντων που θα περιπλέξουν τη συνέχεια.

Ο ίδιος ο ιός εξακολουθεί να αποτελεί ένα μυστήριο. Οι ειδικοί περιμένουν ότι ο αριθμός των νέων κρουσμάτων θα αρχίσει σύντομα να υποχωρεί, τι θα συμβεί όμως αν διαψευστούν; Τι θα συμβεί αν οι προσπάθειες της κυβέρνησης να προστατεύσει την οικονομία εξαναγκάζοντας τους εργαζόμενους να γυρίσουν στη δουλειά τους προκαλέσει ένα νέο κύμα της ασθένειας ή αν η επιδημία επιμείνει και το καλοκαίρι; Ο Σι θα πρέπει να ζητήσει τη βοήθεια των στρατηγών και των υπευθύνων ασφαλείας, ο Τζόνσον όμως υποστηρίζει ότι στις τάξεις του στρατού επικρατεί ήδη δυσαρέσκεια για τον τρόπο που η πολιτική ηγεσία έχει χειριστεί την κατάσταση.

Μια άλλη ανατριχιαστική περίπτωση είναι η επιδημία να εξαπλωθεί στους κόλπους της κινεζικής ηγεσίας. Οι ανώτατοι αξιωματούχοι ζουν και εργάζονται σε προστατευμένους θύλακες για λόγους ασφαλείας και αυτός ο συγκεντρωτισμός θα μπορούσε να γίνει μπούμερανγκ.

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η πολιτική και κοινωνική σταθερότητα. Προς το παρόν, είναι βέβαιο ότι το Πολιτικό Γραφείο θα υποστηρίξει τον Σι, καθώς η παράδοση των αυταρχικών καθεστώτων θέλει τους ηγέτες να αλληλοστηρίζονται για να μην πέσουν όλοι μαζί. Η ιστορία όμως δείχνει ότι όταν περάσει η κρίση, το Πολιτικό Γραφείο θα εισέλθει σε μια φάση αξιολόγησης όπου θα εξετάσει πώς λειτούργησε το σύστημα.

Η απόλυτη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του Σι τον έχει μετατρέψει στον ισχυρότερο ηγέτη μετά τον Μάο Τσετούνγκ, ταυτοχρόνως όμως τον έχει καταστήσει ευάλωτο στην κριτική. Καθώς οι κινέζοι πολίτες αναρωτιούνται τι δεν πήγε καλά με τον κορωνοϊό, στο μυαλό τους έρχεται μοιραία ο άνθρωπος που βγήκε πρόσφατα για μια βόλτα στο Πεκίνο, στην «πρώτη γραμμή» της επιδημίας, φορώντας μάσκα και λέγοντας στους κατοίκους ότι «περνάμε μια ειδική περίοδο και καλύτερα να αποφύγουμε τις χειραψίες».

Ο Σι έχει αρκετά προβλήματα τελευταία. Δεν έχει βρει τρόπο να καταστείλει τις διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ που ξεκίνησαν τον περασμένο Ιούνιο. Τον Ιανουάριο, η πρόεδρος της Ταϊβάν Τσάι Ινγκ-ουεν κατήγαγε σαρωτική νίκη με ένα πρόγραμμα που αμφισβητούσε ευθέως τον Σι. Ο αντίπαλός της, ο Χαν Κουο-γιου, πρότεινε ένα κοινωνικό συμβόλαιο στο πνεύμα του Σι, «Ασφάλεια για την Ταϊβάν, χρήματα για τον λαό», και συνετρίβη.

Ο Σι έχει πρόβλημα και με τον Λευκό Οίκο, με τον Τραμπ τη μια να επιβάλλει δασμούς και την άλλη να τους αποσύρει, τη μια να λέει ότι «ο Σι είναι φίλος μου» και την άλλη να προβαίνει σε ενέργειες που αποσταθεροποιούν την Κίνα.

Ο Σι έχει διαφημίσει το «κινεζικό όνειρο» της εθνικής ανόδου. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτό το όνειρο στις εφιαλτικές επόμενες εβδομάδες.

* Ο Ντέιβιντ Ιγκνάσιους είναι αρθρογράφος της Washington Post

Πηγή: Washington Post