«Δι’ αυτά πολεμήσαμεν»: η αδιάκοπη Συνέχεια

559

Η περιοδική έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου για την επέτειο των 200 ευρών από την Επανάσταση του 1821 υπό τον τίλο «Δι’ αυτά πολεμήσαμεν… Αρχαιότητες και Ελληνική Επανάσταση», είναι μία ελπιδοφόρα και ωφέλιμη πρωτοβουλία εθνικής αυτογνωσίας. Είθε να την ακολουθήσουν και άλλες παρόμοιες.

Του Ιωάννη Π. Χουντή*

Η σημασία της έγκειται κατά κύριο λόγο στην προσπάθεια ανασύνθεσης του αδιάκοπου νήματος Συνέχειας από την κλασική Ελλάδα μέχρι τον Ελληνισμό του 19ου αι. Η έκθεση αποδεικνύει κάτι, που πολλοί αναθεωρητές της Ιστορίας θα ήθελαν να ξεχάσουν. Πως, δηλαδή, οι Έλληνες Επαναστάτες και ήξεραν, υπό κάποια του μορφή και ως ένα βαθμό το αρχαίο παρελθόν και κινητροδοτούνταν από αυτό. Διότι, πολύ απλά, το αισθάνονταν «δικό τους» παρελθόν.

Η φράση της έκθεσης ανήκει στον Στρατηγό Μακρυγιάννη και αναφέρεται σε «δύο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια», που είχε στην κατοχή του. Ο Μακρυγιάννης, όπως και οι περισσότεροι αγωνιστές, δεν διέθετε την εγκύκλια παιδεία του Κοραή ή του Καποδίστρια. Γνώριζε, όμως, πως το μέλλον του ελληνικού εθνικού – κράτους θα έπρεπε να βασίζεται στην πολιτιστική του παράδοση. Και αυτό σήμαινε την εθνική Συνέχεια, που με τόσο κόπο θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος λίγα χρόνια αργότερα. Η ίδια κληρονομιά σαγήνευσε τους Φιλέλληνες, που έβλεπαν στην Νέα Ελλάδα τον απόγονο και συνεχιστή της ένδοξης Αρχαίας Ελλάδας. Και η Μάχη του Μαραθώνα και η Ναυμαχία της Σαλαμίνας, που φέτος κλείνουν 2.500 χρόνια αποτέλεσαν το πρότυπο της αντίστασης και του Αγώνα για την Ελευθερία των κατοίκων αυτού του τόπου απέναντι στην ανατολίτικη δεσποτεία και απολυταρχία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το πρώτο μισό του ελληνικού 19ου αι. θα θεμελιώνονταν στην κλασική Αρχαιότητα: αρχιτεκτονικά, λογοτεχνικά, ιδεολογικά.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν πως όσο και αν προσπαθούν κάποιοι με εργώδεις προσπάθειες να αλλάξουν τα γεγονότα ή να τα παρουσιάσουν με τον τρόπο, που τους συμφέρει, η Ιστορία θα παρουσιάζει τα αδιάσειστα τεκμήρια, που θα τους  χαλάνε την προσπάθεια. Διότι αυτό, που τελικά, η έκθεση δείχνει, είναι πως Αρχαία Ελλάδα και Νέος Ελληνισμός –με την πολύτιμη πολιτιστική γέφυρα των βυζαντινών Μέσων Χρόνων- αποτελούν ένα και το αυτό.

Αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται, όπως συχνά συμβαίνει, ακολουθούμενη από μία υποχρέωση. Την εκμάθηση του παρελθόντος, την γνωριμία με αυτήν τη συναρπαστική ιστορία 2.500 και πλέον ετών από όλους τους νέους μαθητές. Μονάχα έτσι, όλες αυτές οι προσπάθειες θα καρποφορήσουν στο Μέλλον. Και αν τα πράγματα σε αυτόν τον τομέα δεν εκτυλίσσονται τα τελευταία –αρκετά- χρόνια πολύ ευοίωνα, μία τέτοια σπουδαία αφορμή, τα 200 χρόνια του νεοελληνικού Κράτους, μπορούν να αποτελούσουν τον καταλύτη της αλλαγής. Οι πρόγονοί μας έκαναν το χρέος τους. Εμείς, τελικά, με τους δικούς μας σύγχρονους όρους, είμαστε έτοιμοι να αγωνιστούμε για την διατήρηση της μνήμης ή θα τα αφήσουμε όλα να χαθούν; Στο χέρι μας είναι.

*Ο Ιωάννης Π. Χουντής είναι Πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολιτικών Μελετών «Κέντρο Αστικής Μεταρρύθμισης» και Μέλος Δ.Σ. της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων