Περί Χάγης

557

Μέσα στον ορυμαγδό των αναλύσεων, προβληματισμών και αντεγκλήσεων των τελευταίων εβδομάδων, η πρωτεύουσα της Ολλανδίας καταλαμβάνει περίοπτη θέση. Η προσφυγή ωστόσο στο ομώνυμο Διεθνές Δικαστήριο, δεν αποτελεί ούτε εφεύρημα, ούτε ‘ελιγμό’ των τελευταίων ημερών. Αντίστοιχα δεν αποτελεί ούτε πανάκεια, αλλά και ούτε επίφοβο, πολύ περισσότερο ιταμό, σύμβολο υποχώρησης και συνθηκολόγησης. Όπως κάθε όρος και θεσμός θα επιδράσει στις εθνικές μας θέσεις, με βάση τους όρους και τα μέσα προσέγγισής μας.

Του Πολύκαρπου Αδαμίδη*

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αποτελεί από το 1945 το δικαιοδοτικό όργανο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Του κορυφαίου αυτού συλλογικού θεσμού, που με όλες τις ατέλειες και τις ασυνέχειές του, σε σχέση κυρίως με τους κυρωτικούς μηχανισμούς του και τη δυσκολία να αντιπαρέλθει τα προτάγματα των ισχυρών κρατών και τις παρελκυστικές πρακτικές του, που μπορούν να λάβουν ακόμα και τη μορφή βέτο, αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η μεταπολεμική ανάπτυξη και η ειρηνική συνύπαρξη των κρατών. Απετέλεσε το θερμοκήπιο, μέσα στο οποίο ωρίμασαν οι συνθήκες για τον τερματισμό της αποικιοκρατίας και εξασφάλισε τους θεσμικούς διαύλους για την επίλυση περιφερειακών και μείζονων κρίσεων. Και για να μην ξεχνιόμαστε ο ΟΗΕ αποτελεί και την κοιτίδα εκπόνησης του Δικαίου της Θάλασσας, όπως αυτό σχηματοποιήθηκε και αποτυπώθηκε στη Συνθήκη του Μοντέγκο Μπέι του 1982. Του Δικαίου δηλαδή που επικαλούμαστε για να προβάλουμε τα εθνικά μας δίκαια. Θα ήταν τουλάχιστον αντιφατικό και παράλογο να αμφισβητούμε τη  νομιμότητα του θεσμού, που αποτελεί το σημείο αναφοράς για την θωράκιση των εθνικών μας θέσεων.

Το Δικαστήριο της Χάγης δε λειτουργεί εν κενώ. Συγκροτείται από κορυφαίες προσωπικότητες του νομικού κόσμου, με απόλυτη επίγνωση του θεμελιώδους όρου για την απονομή δικαιοσύνης. Την ύπαρξη δηλαδή κανόνων, που είναι σαφείς και εκ των προτέρων γνωστοί και επί τη βάσει των οποίων κρίνεται η εκάστοτε υπόθεση. Μόνο με τον τρόπο αυτό τα αντίδικα μέρη μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη ότι θα κριθούν με τους ίδιους όρους και θα εμπεδωθεί η λεγόμενη ασφάλεια δικαίου. Από το πλέγμα αυτό λειτουργίας δε θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί και το Διεθνές Δικαστήριο. Που όπως κάθε Δικαστήριο θα κρίνει μόνο για ότι του ζητηθεί και με βάση τους κανόνες που θα συμφωνηθεί ότι διέπουν τη διαφορά. Αν οι κανόνες αυτοί δε συμφωνηθούν θα μπορέσει να ανατρέξει στις συναφείς Διεθνείς Συνθήκες, στις Γενικές Αρχές του Δικαίου, στο Εθιμικό Δίκαιο και σε σχετικές γνωμοδοτήσεις και μελέτες.

Απέναντι σε αυτό το θεσμικό υπόβαθρο είναι όσο ποτέ εμφανές και αναγκαίο να ενεργήσουμε με βάση την εθνική μας γραμμή, όπως αυτή εμφατικά αναδείχθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1975. Η μόνη διαφορά μας με την Τουρκία αφορά την υφαλοκρηπίδα και αυτή είναι αμιγώς νομική. Αυτό είναι και το πλαίσιο για τη Χάγη. Το ότι εξάλλου το θέμα είναι αποκλειστικά νομικό και ως τέτοια νοείται η παραπομπή του στη Χάγη, το διέγνωσε κυριαρχικά το Διεθνές Δικαστήρια, όταν απέρριψε τη μονομερή μας, μετά την υπαναχώρηση της Τουρκίας, προσφυγή μας το 1975, με την απόφασή του το 1978. Είναι ένα πολύτιμο πρόκριμα, ένα οιωνεί δεδικασμένο.

 

Το Δικαστήριο της Χάγης μπορεί να επιληφθεί του θέματος, μόνο εφόσον τα μέρη το παραπέμψουν με μια συμφωνία τους, το λεγόμενο συνυποσχετικό. Το συνυποσχετικό αυτό θα αφορά την υφαλοκρηπίδα και μόνο και θα προσδιορίζει ότι η διαφορά θα κριθεί με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπονται συμψηφισμοί και αναλογική εφαρμογή συναφών συνθηκών και διασκεδάζονται οι φόβοι για πολιτική προσέγγιση και στρογγυλοποιήσεις. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να προδικάσει μια δικαστική απόφαση. Αλλά και δεν μπορεί να δαιμονοποιήσει μια διαδικασία, που αποτελεί ως θέση αρχής, διαχρονική μας επιδίωξη. Αρκεί να γίνει με συνέπεια ως προς το αντικείμενο και τους κανόνες. Και δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε.

*Ο Πολύκαρπος Αδαμίδης είναι Δικηγόρος, LL.M (Harvard’ 95), ΔΝ, αν. Καθηγητής Κοινοτικού Δικαίου, Προμηθειών και Διεθνών Σχέσεων στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων