«Τα τελευταία Χριστούγεννα» Το Χριστουγεννιάτικο διήγημα της Μ.Δημητρίου για το ThePresident

404

Εκείνα τα Χριστούγεννα δε στόλισε. Δεν έφτιαξε μελομακάρονα, ούτε κουραμπιέδες. Καλά, καλά δεν έβγαινε έξω . Δουλειά και μετά σπίτι. Άντε και λίγο γυμναστήριο, αλλά πάντα ώρες που δεν είχε πολύ κόσμο. Και πάντα με μακρυμάνικη μπλούζα .

Της Μαρίας Δημητρίου

Οι συνάδελφοι στο γραφείο κανόνιζαν από νωρίς πως θα περάσουν τις γιορτές. Άλλος θα έφευγε για το εξοχικό του στο βουνό, κάποιοι ήταν καλεσμένοι σε σπίτια και άλλοι θα ήταν οι ίδιοι οικοδεσπότες τις γιορτινές μέρες.
Εκείνη απέφευγε αυτές τις συζητήσεις. Γενικώς απέφευγε τις συζητήσεις. Όταν κάποιος ξεπερνούσε τα τυπικά και προσπαθούσε να σπάσει το φράγμα που είχε στήσει μπροστά της, να τραβήξει λίγο τις κουρτίνες της ψυχής της, προφασιζόταν ένα κάψιμο στο λαιμό, και έτρεχε βιαστικά στην κουζίνα για να πιει λίγο νερό. Ήταν καινούργια στην εταιρία και δεν είχε προλάβει να κάνει ακόμα παρέες. Κανένας δεν ήξερε κάτι γι αυτήν. Αλλά ούτε και εκείνη έδειξε ενδιαφέρον να μάθει για τη ζωή τους . Οι κινήσεις της , ήταν μηχανικές, διεκπεραιωτικές.

Και το ντύσιμο της άκρως συντηρητικό. Χρώματα μουντά για να μην τραβάει την προσοχή, να περνάει όσο το δυνατόν απαρατήρητη. Βοηθούσε που ήταν και χειμώνας και το σώμα ήταν καλυμμένο με ρούχα από πάνω μέχρι κάτω. Και κείνος ήξερε να στοχεύει καλά, ποτέ πρόσωπο, ποτέ κάτι τόσο εξόφθαλμο.
Μόνο τη διευθύντρια της δεν κατάφερε να ξεγελάσει. Ήταν και εκείνη η τεράστια μελανιά που ξέφευγε από το φουλάρι στο λαιμό κι όσο κι αν προσπαθούσε να την κρύψει εκείνη όλο και σήκωνε το χέρι ψηλά υποδηλώνοντας την παρουσία της. Την κάλεσε μια μέρα στο γραφείο της και αφού έκλεισε την πόρτα της είπε “ Εδώ υπάρχει μια κανάτα νερό και πολύς χρόνος για να μιλήσουμε.” Ένιωσε παγιδευμένη, αλλά παράλληλα και ανακουφισμένη, που έστω και κάτω από πίεση θα μιλούσε και θα έβγαζε από μέσα της ότι την έπνιγε.

Τα έμπειρα μάτια της διευθύντριας της, δεν είχαν ανάγκη την επιβεβαίωση της, απλά τη συναίνεση της. Μπροστά της είχε μια γυναίκα αποφασισμένη να τη βγάλει από το τούνελ της απομόνωσης της.
Για πρώτη φορά στη ζωή της πίστεψε ότι μπορεί να έβρισκε μια λύση. Ότι κάποιος ενδιαφερόταν αληθινά να τη βοηθήσει. Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει μέχρι τότε . Μόνο στους δικούς της στο χωριό και όχι όλα, τα πάνω πάνω όπως την άχνη ζάχαρη στους κουραμπιέδες . Αλλά κι αυτοί της είπαν να κάνει υπομονή, ότι με τον καιρό τα πράγματα θα φτιάξουν.
Ο αδελφός της μάλιστα προχώρησε ένα βήμα παραπάνω, της δήλωσε ότι αυτός ο γάμος ήταν δικής της επιλογή και τώρα έπρεπε να τη λουστεί, λες και ο σύντροφος είναι ένα είδος σαμπουάν, ή κάτι τέτοιο. Ώσπου στο τέλος, σταμάτησε να μιλά και εκείνοι δε ρωτούσανε πια . Ίσως να πίστευαν ότι αν δεν μιλάς για κάτι, παύει να υπάρχει. Έτσι έκαναν, ξορκίζανε το κακό με τη σιωπή.

Όμως πριν προλάβει να ξεδιπλώσει όλη την αλήθεια της , κτύπησε το κινητό της διευθύντριας. Ο πατέρας της είχε πάθει ανακοπή και τον μετέφεραν στον νοσοκομείο, έπρεπε να φύγει, της είπε, αλλά την κουβέντα θα την συνέχιζαν άλλη φορά και θα την έβρισκαν τη λύση.

Μόνο που αυτό δε θα γινόταν ποτέ.

Γύρισε στο σπίτι και ένιωσε πιο μόνη από ποτέ. Μπήκε στο παιδικό δωμάτιο ή αυτό που θα γινόταν παιδικό δωμάτιο. Η κούνια έχασκε αδειανή . Γονάτισε δίπλα στο χαλί και έκλαψε. Όπως έκανε κάθε μέρα από τότε. Η επίσημη εκδοχή μιλούσε για αποβολή. Μόνο εκείνη ήξερε την αλήθεια. Κάθε μέρα μετάνιωνε που δε μίλησε τότε.
Αλλά ήταν κι εκείνος που την παρακαλούσε να τον συγχωρέσει, που έπεσε γονατιστός στα πόδια της, ότι δεν το ήθελε και ότι δεν κατάλαβε πως έγινε. Ότι έφταιγε κι εκείνη που του αντιμιλούσε όταν θύμωνε. Πάντα εκείνη έφταιγε. Έτσι γινόταν, κατάφερνε πάντα να την τυλίγει μέσα στην ενοχή.

Βγήκε μια βόλτα στη στολισμένη πόλη. Πέρασε από την πλατεία. Με το δέντρο γεμάτο λαμπιόνια που αναβόσβηναν . Με τα ελάφια και τον Άγιο Βασίλη και τη φάτνη. Όμως στη φάτνη δεν υπήρχε Χριστός. Η κούνια ήταν άδεια, όπως άδεια ήταν και η δική της στο σπίτι. Κοίταξε γύρως της, σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση αυτό. Μόνο εκείνη το έβλεπε;
Γύρισε στο σπίτι αργά, πέρα από τα συνηθισμένα. Τον βρήκε να την περιμένει. Είχε πάρει την απόφαση να μην του αντιμιλήσει. Να μην τον προκαλέσει περισσότερο. Να μην του δώσει την αφορμή όπως την κατηγορούσε πάντα. Είχε πάρει τις αποφάσεις της. Την άλλη μέρα θα έφευγε κι ας μην είχε κάπου να πάει. Θα ξανάρχιζε από την αρχή, μόνη της, αλλά ελεύθερη από το φόβο.

Μόνο που η σιωπή της τον εξόργισε περισσότερο. Τον έβλεπε μπροστά της να γιγαντώνεται να γίνεται ένα τεράστιο θηρίο. Και όταν είδε το αίμα να κυλάει δεν ένιωσε πόνο.
Σύρθηκε μόνο μέχρι το παιδικό δωμάτιο. Δίπλα στην κούνια. Που δεν ήταν άδεια πια. Μέσα βρισκόταν ένα μωρό, ένα μωρό που της χαμογελούσε και της άπλωνε το χεράκι του. Άπλωσε κι εκείνη το δικό της.

Την άλλη μέρα δύο ήταν οι ειδήσεις που έπαιζαν στην τοπική κοινωνία . Η δολοφονία της άτυχης νεαρής γυναίκας από το σύζυγο της και η εξαφάνιση από την φάτνη του μικρού Χριστού.
“Θα το πήραν τίποτα παιδάκια .” είπαν με σιγουριά κάποιοι και κούνησαν το κεφάλι.