Η Τουρκία, η Ρωσία και η εθνική στρατηγική

3059

Ο Ταγίπ Ερντογάν και η Τουρκία έχουν επενδύσει πολλά στο παρατεταμένο πλέον φλερτ με τη Ρωσία, και μάλιστα τις τελευταίες ημέρες διαρρέονται πάλι από την  Άγκυρα πληροφορίες για νέα αγορά πυραύλων S-400, μέχρι και συμπαραγωγή πυραύλων μεταξύ των δυο πλευρών. Αυτά όλα όμως είναι η βιτρίνα διότι επί της ουσίας έχουν αρχίσει να γίνονται ορατά τα πρώτα ρήγματα σε αυτή τη δήθεν στρατηγική συνεργασία. Αυτό μαζί με το άπλωμα της Τουρκίας πρέπει να αποτελέσει κορμό για τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής από την Ελλάδα, και όχι οι ανούσιες και χωρίς πραγματικό δόντι δηλώσεις στήριξης.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Μπορεί κάποιες από αυτές τις αντιθέσεις μεμονωμένα να μην δείχνουν σοβαρές. Παρόλα αυτά όλες μαζί εάν κανείς τις δει συνολικά τότε τα πράγματα δεν προδιαγράφονται καθόλου ρόδινα σε αυτό το παράδοξο φλερτ. Η αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας, έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται όλο και πιο προκλητικά και αυτό έχει αρχίσει να αναγκάζει χώρες στην ευρύτερη περιοχή να αντιδρούν.

Στην περίπτωση της Ρωσίας οι τάσεις επεκτατισμού της Τουρκίας δείχνουν ότι η σχέση πραγματισμού μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας, ειδικά σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικής επιρροής, φτάνει στο τέλος της. Στη Συρία και στη Λιβύη και στην Κεντρική Ασία, έχει ξεκινήσει η διαδικασία που θα οδηγήσει τις δυο πλευρές να περάσουν από τη συνεργασία στον ανταγωνισμό.

Το μέτωπο στη Συρία

Στη Συρία λόγω του εμφυλίου Μόσχα και Άγκυρα αναγκάστηκαν να συνεργαστούν σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, αλλά στην πραγματικότητα ο καταληκτικός τους στόχος είναι εντελώς διαφορετικός. Όσο πλησιάζει το τέλος του εμφυλίου, τόσο η συνεργασία αυτή θα καθίσταται αδύνατη. Η επιρροή που θα αποκτήσουν δυνάμεις τις περιοχής σε διάφορα μέρη της Συρίας στη μετεμφυλιακή εποχή θα επηρεάσει τη δυνατότητα τους να ασκήσουν επιρροή. Το πρόβλημα για Ρώσους και Τούρκους είναι ότι επιθυμούν το ίδιο κομμάτι της πίττας, τη βόρεια Συρία. Η Μόσχα θέλει να αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή ενισχύοντας το καθεστώς Άσαντ έναντι των εχθρών του, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η Τουρκία.  Η Τουρκία την ίδια στιγμή έχει αντιληφθεί ότι ο Άσαντ και η Ρωσία δεν πρόκειται να εξαφανιστούν, αλλά θέλει τη βόρεια Συρία ως ζώνη ασφάλειας ανάμεσα σε αυτή και αυτούς.

Οι λόγοι που η Μόσχα υποστηρίζει τον Άσαντ είναι ότι θέλει να υπάρξει σταθεροποίηση στη Συρία, για να μην επεκταθεί η κρίση στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, αλλά και να διατηρήσει παρουσία στη Συρία με χαμηλό κόστος, έτσι ώστε να μην περάσει πλήρως κάτω από την επιρροή του Ιράν.

Η Τουρκία την ίδια στιγμή έχει πολύ πιο φιλόδοξους στόχους. Δηλαδή, επίδειξη δύναμης και εδαφική επέκταση μέσα στη Συρία.  Γιαυτό έγινε και η εισβολή στη Συρία και η προσπάθεια αποτροπής της εγκατάστασης των Κούρδων στην περιοχή. Η μακροπρόθεσμη στρατηγική είναι η οικοδόμηση μόνιμης πολιτικής επιρροή και στρατιωτικής παρουσίας για αποτροπή της Ρωσίας, του Ιράν και του Άσαντ.

Ρωσία και Τουρκία έχουν σχέσεις με παραστρατιωτικές ομάδες μέσα στη Συρία μέσα από τις οποίες φαίνονται τα αντικρουόμενα συμφέροντα τους. Η Ρωσία έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να περιορίσει την Τουρκία σε περιοχές γύρω από τις πόλεις στα βορειοανατολικά. Με την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών, η Μόσχα σε συνεργασία με τον Άσαντ, φλερτάρουν τους Κούρδους συμμάχους της Ουάσιγκτον, το YPG αλλά και το SDF, με στόχο να συμμαχήσει με τον καθεστώς Άσαντ, για να μπλοκαριστεί η επέκταση τη Τουρκίας.

Αυτό φέρνει σε δύσκολη θέση την Άγκυρα, διότι εάν αυτή η συμμαχία γίνει τότε ο στόχος καταστροφής του YPG και του PKK, θα είναι αδύνατος. Η απάντηση της Άγκυρας σε αυτή την προσπάθεια της Ρωσίας, είναι η υποστήριξη της πώλησης συριακού πετρελαίου από τις πετρελαιοπηγές που ελέγχει το SDF, για να πληρώνονται οι μισθοί των μαχητών του SDF, έτσι ώστε να αποτύχει το σχέδιο της Ρωσίας να τους οδηγήσει στην αγκαλιά της Δαμασκού.

Το μέτωπο της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι τελευταίες προκλητικές κινήσεις της Άγκυρας στο μέτωπο της Ανατολικής Μεσογείου, τη φέρνουν επίσης σε ανταγωνισμό με τη Μόσχα, και σε αυτή την περίπτωση για ενεργειακούς πόρους. Η Τουρκία προχώρησε σε δύο συμφωνίες με την υποστηριζόμενη από τον ΟΗΕ, κυβέρνηση στη Λιβύη, που προβλέπουν στρατιωτική συνεργασία και οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Αυτό απειλεί, κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Μάλιστα ο Ερντογάν έφτασε να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο αποστολής στρατευμάτων στη Λιβύη για να στηρίξει την κυβέρνηση της Τρίπολης που απειλείται από τις δυνάμεις του στρατηγού Χαφτάρ.

Η Λιβύη είναι μια χώρα πλούσια σε πετρέλαιο, και υπολογίζεται ότι διαθέτει σε ξηρά και θάλασσα αποθέματα 48 δις βαρελιών πετρελαίου. Τα έσοδα από το πετρέλαιο ελέγχονται αυτή τη στιγμή από την κυβέρνηση της Τρίπολης, ενώ οι περισσότερες πετρελαιοπηγές βρίσκονται στα χέρια των δυνάμεων του Χαφτάρ. Ήδη έχει ξεκινήσει ένας ανταγωνισμός για τον έλεγχο του πετρελαίου μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και οι εξωτερικοί σύμμαχοι των δυο πλευρών παίρνουν θέσεις.

Η Ρωσία έχει στείλει στρατιώτες και μισθοφόρους για να στηρίξει το Χαφτάρ. Όταν και όποτε σταθεροποιηθεί η Λιβύη, ευρωπαϊκές εταιρίες επιθυμούν την αύξηση της παρουσίας τους στη βιομηχανία πετρελαίου της Λιβύης, ως αντίβαρο στο ρωσικό πετρέλαιο. Γιαυτό η Μόσχα θέλει παρουσία εκεί και μερίδιο στην πίτα, έτσι ώστε να ελέγχει μέρος της ροής πετρελαίου προς την Ευρώπη, ακόμη και εάν δεν είναι ρωσικό. Επίσης, βάζει θεμέλια για τη χρήση των λιμανιών της Λιβύης, για την παρουσία του ρωσικού ναυτικού στη Μεσόγειο.

Ρωσία και Τουρκία βρίσκονται σε αντίθετα στρατόπεδα στη Λιβύη και η Άγκυρα όσο είναι μπλεγμένη στη Συρία, είναι δύσκολο να στείλει στρατεύματα στη Λιβύη. Είναι πολύ πιθανόν Μόσχα και Άγκυρα να γεφυρώσουν τις διαφορές τους στο εγγύς μέλλον. Η Ρωσία δεν επιθυμεί στρατιωτικές περιπέτειες στο εξωτερικό και η Τουρκία αντιμετωπίζει αντίδραση για την ανάμιξή της στη Λιβύη, από χώρες όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία.

Καλό θα είναι λοιπόν η Ελλάδα, αντί να επιδιώκει ανούσιες ανακοινώσεις περί διεθνούς δικαίου στο Θέμα της συμφωνίας της Τουρκίας με τη Λιβύη να διαμορφώσει μια στρατηγική εκμετάλλευσης αυτών των προβλημάτων που έχει με άλλες χώρες η Άγκυρα.

Το μέτωπο στην Κεντρική Ασία.

Αν και η Τουρκία βρίσκεται σε ανταγωνισμό με τη Ρωσία, σε Συρία και Ανατολική Μεσόγειο, υπάρχει προοπτική αυτό να συμβεί και στην Κεντρική Ασία.

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης η Μόσχα κατάφερε να διατηρήσει στενές οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις στην περιοχή. Λόγω της δύναμής της στο χώρο της ενέργειας, έχει καταφέρει να είναι σημαντικό μέρος ενεργειακών υποδομών σε πολλές χώρες. Διατηρεί στρατιωτικές βάσεις στο Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, αλλά και στρατιωτικές δυνάμεις που στηρίζουν τις δυνάμεις του Τατζικιστάν στα σύνορα με το Αφγανιστάν.

Η Τουρκία δεν έχει σημαντική παρουσία στην περιοχή σε σχέση με τη Ρωσία, αλλά και την Κίνα που έχει αυξήσει αισθητά την παρουσία της στον οικονομικό τομέα. Παρόλα αυτά έχει αρχίσει να φλερτ με την ιδέα αναβίωσης του ονείρου του Παντουρκικού σχεδίου, μέσω του οποίου θα ανοιχθούν νέες ευκαιρίες για αγωγούς αερίου, στρατιωτικών συμμαχιών, και μιας ζώνης ασφάλειας, από τη Ρωσία.

Αυτή τη στιγμή η εμπλοκή της Τουρκίας στην Κεντρική Ασία είναι περιορισμένη, αλλά είναι αξιοσημείωτη η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται η οικονομική της εμπλοκή. Την ίδια στιγμή που η Μόσχα έχει όλη την προσοχή της στραμμένη στην εισβολή του Πεκίνου στην περιοχή, η Άγκυρα, αρχίζει να μπαίνει στο παιχνίδι.

Το μέτωπο της Μαύρης Θάλασσας.

Η Μαύρη Θάλασσα αποτελεί παραδοσιακό θέατρο σύγκρουσης μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας. Ο έλεγχος της Τουρκίας σε Βόσπορο και Δαρδανέλια, που αποτελούν έξοδο για τα προϊόντα της Ρωσίας στον υπόλοιπο κόσμο, αποτελεί διαρκή ανησυχία για τη Μόσχα. Ο Ερντογάν ενόχλησε τη Μόσχα με τις πρόσφατε δηλώσεις του για πιθανή επέκταση των ενεργειακών ερευνών της Άγκυρας στη Μαύρη Θάλασσα. Παρόλα αυτά μια σύγκρουση εκεί μεταξύ των δυο δεν θεωρείται πολύ πιθανή στο άμεσο μέλλον, διότι θα ενέπλεκε το ΝΑΤΑ και Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η Τουρκία σε κάθε περίπτωση βγαίνει κερδισμένη από το status quo.

Το μέτωπο S-400.

Το σήριαλ που βρίσκεται σε εξέλιξη με την αγορά των πυραύλων S-400 από τη Ρωσία, δεν είναι κάτι που πρέπει να θεωρείται ότι διασφαλίζει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική συνεργασία Άγκυρας – Μόσχας.

Παρά την προμήθεια των S-400 και τη συνεργασία με τη Ρωσία, η Τουρκία έχει εντατικοποιήσει την προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1980 για ανάπτυξη και ενίσχυση της αμυντικής της βιομηχανίας. Αυτό σήμερα αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την Άγκυρα και υπερβαίνει κατά πολύ τη σύσφιξη των σχέσεων με τη Ρωσία. Βέβαια η Μόσχα είναι πολύ πιο ελαστική από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο να μοιράζεται τεχνολογία και η συμφωνία για τους S-400 μερική μεταφορά τεχνολογίας.

Επίσης, κάτι που δεν κυκλοφορεί ευρέως είναι ότι το σύστημα S-400 δεν έχει δοκιμαστεί ακόμα επαρκώς στο κλίμα της Τουρκίας, και στη Συρία όπου χρησιμοποιήθηκε παρουσίασε σοβαρά προβλήματα. Η Τουρκία χρησιμοποιεί τους S-400 ως διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στις ΗΠΑ, που είναι πολύ πιο χρήσιμες για την Άγκυρα από ότι οι πύραυλοι. Το ίδιο συμβαίνει και με τη διαρροή πληροφοριών για πιθανή αγορά μαχητικών Σουχόϊ S-35 από τη Ρωσία, λόγω του προβλήματος με τα F-35 από την Αμερική.

Όλα τα παραπάνω στοιχειοθετούν μια εικόνα όχι και τόσο ρόδινη για το μέλλον των σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία. Όσο περισσότερο η Τουρκία ξεδιπλώνει την αναθεωρητική στρατηγική της και αυξάνει την προσπάθεια επέκτασης της επιρροής της στην ευρύτερη περιοχή, τόσο έρχεται πιο κοντά η ημέρα που θα έλθει σε σύγκρουση με τη Ρωσία.

Όλη αυτή η εικόνα, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η Ελλάδα που αντιμετωπίζει πλέον ανοικτά απειλή έναντι των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και της εδαφικής της ακεραιότητας από την Τουρκία, θα πρέπει να στραφεί προς τη Μόσχα. Το χαρτί αυτό ήταν και συνεχίζει να είναι άσφαιρο και άνευ ουσίας.

Αυτό που κάνει ξεκάθαρο η παραπάνω εικόνα είναι ότι η Ελλάδα, θα πρέπει αντί να επιδιώκει ανούσιες, ούτε καν ξεκάθαρες, λεκτικές δήθεν καταδίκες της Τουρκίας, θα πρέπει να εκμεταλλευτεί όλο αυτό το άπλωμα της Άγκυρας για να διαμορφώσει μια εθνική στρατηγική ουσιαστικής αντιμετώπισης του τουρκικού επεκτατισμού. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό ξεκινά με ουσιαστική ενίσχυση και αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων και του αμυντικού εξοπλισμού της χώρας, και πραγματική προστασία των συνόρων της χώρας από τη λαθρομετανάστευση.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος  και Δημοσιογράφος Απόφοιτος του, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.