Το γεωπολιτικό πόκερ των επιθέσεων στη Σαουδική Αραβία – Ανάλυση του Δ.Απόκη

1636
φωτό; thenational

Οι επιθέσεις με drone εναντίον των εγκαταστάσεων της Aramco, στη Σαουδική Αραβία είναι ένα κομβικής σημασίας γεγονός με πολύ σημαντικές οικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές διαστάσεις. Το σίγουρο είναι ότι το πλατύ κοινό στη χώρα μας, λόγω των προβλημάτων της καθημερινότητας, αδυνατεί να αντιληφθεί τις επιπτώσεις που έχει το συγκεκριμένο γεγονός στην παγκόσμια οικονομία και σαν αποτέλεσμα και στην ελληνική οικονομία και καθημερινότητα μας. Ανάλογα μάλιστα με τις επερχόμενες εξελίξεις με αφορμή τις επιθέσεις αυτές, οι επιπτώσεις μπορεί να εξελιχθούν προς το δυσμενέστερο.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Την ευθύνη για τις επιθέσεις αυτές ανέλαβαν οι αντάρτες Houthis με τους οποίους η Σαουδική Αραβία, βρίσκεται σε πόλεμο στην Υεμένη. Παρόλα αυτά η απόσταση των επιθέσεων από την Υεμένη, το μέγεθος, η ακρίβεια τους, και η επιδεξιότητα τους, δείχνουν ότι οι αντάρτες είχαν στήριξη από τον μεγάλο υποστηρικτή τους το Ιράν. Η Τεχεράνη μόλις τον προηγούμενο μήνα αναγνώρισε των εκπρόσωπο των ανταρτών ως επίσημο πρέσβη της Υεμένης, δίνοντας τους καθεστώς νόμιμης κυβέρνησης της χώρας. Σε κάθε περίπτωση το Ιράν, έχει τη δυνατότητα και το κίνητρο να υποστηρίξει μια τέτοια επίθεση εναντίον της Σαουδικής Αραβίας.

Η κατανόηση των κινήτρων της στήριξης μιας τέτοιας επίθεσης από την Τεχεράνη, είναι πολύ σημαντική. Το Ιράν είναι τρομερά στρυμωγμένο λόγω των  κυρώσεων που του έχουν επιβάλει οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την αποχώρησή τους, από τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Τα τελευταία χρόνια το Ιράν έχει δημιουργήσει μια σημαντική σφαίρα επιρροής που εκτείνεται σε μια σειρά εδαφών του Ιράκ, της Συρίας, του Λιβάνου και της Υεμένης. Η Τεχεράνη αισθάνεται συνεχώς αμυνόμενη και λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Οι μνήμες από τον δεκαετή πόλεμο εναντίον του Ιράκ στη δεκαετία του 1980, ο οποίος του στοίχισε ένα εκατομμύριο απώλειες. Η στρατηγική από διαμορφώθηκε από την Τεχεράνη μετά από αυτή την δυσάρεστη εμπειρία ήταν μια συμμαχία από Σηίτες, για να δημιουργήσει σφαίρες επιρροής και να διαμορφώσει γεγονότα στα δυτικά του. Η από αρχαιοτάτων χρόνων σύγκρουση του Ιράν με το Ιράκ, έχει μεταφερθεί στο σημερινό Ισλαμικό Κόσμο, αλλά η σφαίρα επιρροή της Τεχεράνης αν και μεγάλη είναι ευάλωτη. Η κυριαρχία που προσπαθεί να επιβάλλει στο Ιράκ, δεν είναι κάτι βέβαιο. Στη Συρία, βάλλεται σε καθημερινή σχεδόν βάση από το Ισραήλ, και η σχέση με τη Συρία και την Τουρκία, είναι στην ουσία μια λυκοφιλία. Το ίδιο ισχύει λίγο πολύ και στην Υεμένη.

Σε καμία περίπτωση το Ιράν δεν ελέγχει πλήρως τις σφαίρες επιρροής του στην περιοχή. Βέβαια έχει μια σημαντική εξουσία ως το κέντρο Σηϊτικού Ισλάμ, και αντλεί υποστήριξη και επιρροή υποστηρίζοντας Σηϊτικές ομάδες στις χώρες αυτές, αλλά αναγκάζεται να τηρεί πολύπλοκες ισορροπίες. Την ίδια στιγμή δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση δημιουργία Σουνίτικης δύναμης η συμμαχίας δυνάμεων στα δυτικά του σύνορα. Όσο επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής του στα δυτικά, τόσο απομακρύνει την απειλή του πολέμου. Η στρατηγική αυτή επιβάλλεται από τη γεωπολιτική, αλλά οι δυνατότητα του Ιράν να την εφαρμόζει είναι περιορισμένη.

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι η ΗΠΑ, με δεδομένο ότι από την εποχή της ανατροπής του Σάχη, η Ουάσιγκτον είναι εχθρική απέναντι στο καθεστώς των μουλάδων της Τεχεράνης. Η βασικός πυλώνας της πολιτικής της Ουάσιγκτον στην περιοχή είναι η αποτροπή μια και μοναδικής δύναμης να κυριαρχήσει. Υπάρχει βέβαια και ο παραδοσιακός λόγος του πετρελαίου. Ο παράγοντας πετρέλαιο υπάρχει ακόμα, αλλά δεν είναι το ίδιο καθοριστικός, όπως στο παρελθόν. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά η γεωγραφία της παραγωγής πετρελαίου έχει αλλάξει δραματικά. Η Ουάσιγκτον συνεχίζει να έχει ενδιαφέρον για αποδυνάμωση ισλαμικών ομάδων που έχουν πρόθεση να πλήξουν αμερικανικά συμφέροντα. Τα γεγονότα των επιθέσεων εναντίον αμερικανικών στρατευμάτων στο Λίβανο, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι επεμβάσεις στο Ιράκ με όλες τις επιπτώσεις τους, δημιούργησαν προβλήματα στις ΗΠΑ.

Αυτό έχει οδηγήσει την Ουάσιγκτον στην προσπάθεια εφαρμογής μιας περίπλοκης και ίσως επικίνδυνης εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή. Στην παρούσα φάση στο κέντρο αυτής της πολιτικής βρίσκεται η ανησυχία για την επεκτατική στρατηγική της Τεχεράνης. Σε αυτό βρίσκει συμμάχους τους Σουνίτες και το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα ανησυχούν και η Ρωσία και η Τουρκία, αλλά στην παρούσα στιγμή αφήνουν την Αμερική να έχει τον πονοκέφαλο για το πρόβλημα. Η ανησυχία αυτή έχει δημιουργήσει μια μέχρι πριν λίγα χρόνια τρελή για τα δεδομένα συμμαχία, ΗΠΑ, Σαουδικής Αραβίας, Ισραήλ και άλλων Σουνιτικών χωρών.

Η συμμαχία αυτή είναι απειλή για τα συμφέροντα της Τεχεράνης, με αποτέλεσμα η ιρανική σφαίρα επιρροής στην περιοχή να δέχεται ασφυκτική πίεση. Το καθεστώς της Τεχεράνης γνωρίζει ότι ένα αυτή η σφαίρα επιρροής που έχει διαμορφώσει καταρρεύσει, τα δυτικά του σύνορα θα είναι και πάλι ευάλωτα.

Η στρατηγική της Ουάσιγκτον, σε αντίθεση με το παρελθόν δεν περιλαμβάνει μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εμπλοκή. Περιλαμβάνει μικρής έκτασης, στοχευμένες επιχειρήσεις εναντίον των εχθρικών προς τις ΗΠΑ Σουνιτικών ομάδων, και σκληρό οικονομικό πόλεμο εναντίον του Ιράν. Η στρατηγική αυτή συνάδει με την ευρύτερη διεθνή στρατηγική των ΗΠΑ, που έχει μετακινηθεί από τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, στη χρήση οικονομικής δύναμης, κάτι που βλέπουμε να εφαρμόζει με την Κίνα, τη Ρωσία, και βέβαια με το Ιράν. Η δυνατότητα επαναφοράς των κυρώσεων έναντι του καθεστώτος της Τεχεράνης, ήταν ο πραγματικός λόγος της αποχώρησης από διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ο οικονομικός πόλεμος έχει πλήξει βαρύτατα ην Τεχεράνη. Είναι πολύπλευρος, με διαρκείς αλλαγές και διάφορες μεθόδους, και υποσκάπτει αργά, αλλά σταθερά την οικονομία του Ιράν, ειδικά τον τομέα εξαγωγής πετρελαίου. Μαζί με τις πιέσεις της συμμαχία των χωρών της περιοχής που αναφέραμε πιο πάνω, η πίεση στο Ιράν είναι τρομακτική.

Σε απάντηση αυτής της πίεσης είδαμε τις κινήσεις με την κράτηση τάνκερ δυτικών συμφερόντων, αλλά σε αντίθεση με τον παρελθόν η τακτική αυτή δεν δημιουργεί πίεση στις ΗΠΑ, για να χαλαρώσουν την πίεση. Στόχος της Τεχεράνης είναι να αποδυναμώσει τη συμμαχία που έχει απέναντί της, να προστατέψει τους συμμάχους της  στην περιοχή, και να δημιουργήσει πίεση στην Ουάσιγκτον, έτσι ώστε να χαλαρώσει τον οικονομικό πόλεμο εναντίο της. Ως ασθενή κρίκο στη συμμαχία εναντίον της η Τεχεράνη, εντόπισε τη Σαουδική Αραβία, η οποία έχει εσωτερικά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζει με χρήματα από τις εξαγωγές πετρελαίου. Η Σαουδική Αραβία είναι σημαντικός κρίκος της συμμαχίας εναντίον του Ιράν, και ταυτόχρονα αδύναμος κρίκος σε απρόβλεπτα γεγονότα. Το πιο ευαίσθητο σημείο της είναι η παραγωγή πετρελαίου.

Γιαυτό και η επιθέσεις στις εγκαταστάσεις της Aramco, και η Σαουδική Αραβία είναι η Aramco, ήταν πολύ καλά σχεδιασμένες. Απέδειξαν πόσο ευάλωτη είναι η βιομηχανία πετρελαίου της σε ιρανική επίθεση, επέφεραν σημαντικό πλήγμα στη βιομηχανία πετρελαίου του Ριάντ, με απλά λόγια το πλήγμα ήταν σοβαρό και υπολογίσιμο. Ακόμα και να ανακάμψει γρήγορα η Σαουδική Αραβία από τις επιθέσεις, οι επιπτώσεις είναι πολύ σοβαρές και οικονομικά και πολιτικά.

Στην περίπτωση μάλιστα, που είναι και το πιο πιθανό, δεν προκληθεί στρατιωτική αντίδραση από την Ουάσιγκτον, τότε θα γίνει ξεκάθαρο ότι η προστασία ροής του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής, δεν είναι τόσο κομβικής σημασίας για τις ΗΠΑ, όσο ήταν στο παρελθόν. Η μαζική παραγωγή πετρελαίου από σχιστόλιθους στις ΗΠΑ, τα στρατηγικά τους αποθέματα, δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον ευάλωτη στις διακοπές των ροών πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, και αυτό αλλάζει ριζικά το γεωπολιτικό παιχνίδι στη  περιοχή και όχι μόνο.

Ταυτόχρονα Ευρώπη και Ασία, πρέπει να αντιληφθούν ότι έχει υπάρξει μια συστημική αλλαγή. Στο παρελθόν οι ΗΠΑ καίγονταν για προβλήματα στις ροές πετρελαίου, τώρα όχι μόνο έχουν τη δυνατότητα, αλλά έχουν αποφασίσει και παίρνουν ρίσκα, τα οποία οι σύμμαχοί τους σε Ευρώπη και Ασία, δεν μπορούν να αντέξουν. Το πλήγμα της Τεχεράνης στο πετρέλαιο της Σαουδικής Αραβίας, έχει ως στόχο να διχάσει την υποστηριζόμενη από την Ουάσιγκτον συμμαχία εναντίον της. Η Τεχεράνη ελπίζει να αναγκάσει τους συμμάχους της Ουάσιγκτον να εναντιωθούν στις αμερικανικές κυρώσεις και οι διαβεβαιώσεις από την Ουάσιγκτον για ύπαρξη αποθεμάτων πετρελαίου, βοηθούν τις επιδιώξεις της Τεχεράνης.

Οι επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, ήταν και καλά οργανωμένες και στρατηγικά επιτυχημένες διότι έδειξαν την αδυναμία του Ριάντ, και ανέδειξαν τη διαφορά μεταξύ των συμφερόντων της Ουάσιγκτον και των συμμάχων της, στο θέμα του πετρελαίου. Ταυτόχρονα, θα ωφελήσει άλλους παραγωγούς πετρελαίου όπως η Ρωσία, λόγω της ανόδου των τιμών.

Όλα αυτά καθιστούν πολύ δύσκολο για την Ουάσιγκτον να αγνοήσει τις επιθέσεις. Είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στη συμμαχία και σαν αποτέλεσμα εγγυητής της ασφάλειας. Εάν προχωρήσει σε στρατιωτικό κτύπημα, θα υπάρξει απάντηση από το Ιράν, και αντίδραση από συμμάχους. Εάν δεν κτυπήσει, αποδυναμώνεται ο συνασπισμός χωρών που βρίσκονται απέναντι το Ιράν στην περιοχή και ενισχύουν την Τεχεράνη. Με δεδομένο ότι υπάρχουν και δηλώσεις για πιθανό διάλογο μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, οι επιθέσεις ίσως ήταν μια κίνηση διαπραγμάτευσης από την Τεχεράνη.

Στην ουσία η Ουάσιγκτον βρίσκεται μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης. Το μέγεθος της ζημιάς από την επίθεση θα είναι καθοριστικός παράγοντας για την οποιαδήποτε αντίδραση. Σίγουρα η Ουάσιγκτον θα ασχοληθεί πολύ πιο δραστικά με την επιχειρησιακή δυνατότητα των drones από την Υεμένη.

Πάντως η Τεχεράνη παίζει ένα αδύναμο χαρτί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ταυτόχρονα το παίζουν με κίνδυνο οι συνέπειες να είναι πολύ δυσμενείς. Μιλάμε για ένα εξαιρετικά περίπλοκο γεωπολιτικό πόκερ, για πολύ δυνατούς παίκτες. Μια γεωπολιτική παρτίδα που όποιος διαθέτει ίχνος σοβαρότητας θα πρέπει να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή και ταυτόχρονα να κινηθεί με μεγάλη προσοχή και σοβαρότητα.

 

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.