Handelsblatt: Οι Ελληνικές Τράπεζες ανακάμπτουν και αφήνουν πίσω τους την κρίση

126

Στη σημερινή Handelsblatt δημοσιεύεται ανταπόκριση του Gerd Höhler από την Αθήνα με τίτλο «Οι τράπεζες της Ελλάδας ανακάμπτουν» και υπότιτλο «Τα πιστωτικά ιδρύματα ανακοινώνουν αυξανόμενα κέρδη. Αυτό οφείλεται και στο πρόσφατο ράλι των ελληνικών κρατικών ομολόγων».

Στο δημοσίευμα αναφέρονται τα ακόλουθα:

Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες αφήνουν σταδιακά πίσω τους την κρίση. Ο νέος συντηρητικός-φιλελεύθερος πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, που ανέλαβε την κυβέρνηση από τις αρχές Ιουλίου, ξεκίνησε δίνοντας έμφαση στο οικονομικό πρόγραμμα. Θέλει να ενεργοποιήσει την οικονομία με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ιδιωτικοποιήσεις και μειώσεις φόρων, πράγμα που ωφελεί τις τράπεζες. Μετά την πλήρη άρση των τελευταίων κεφαλαιακών ελέγχων στις αρχές Σεπτεμβρίου, τα πιστωτικά ιδρύματα αναμένουν περαιτέρω ενίσχυση των καταθέσεών τους και βελτίωση της ρευστότητάς τους. Πρόοδος σημειώνεται επίσης στη μείωση των ρίσκων δανεισμού.

Οι τράπεζες αφήνουν πίσω τους μια μακρά περίοδο ανομβρίας. Τα χρόνια της κρίσης ανακεφαλαιώθηκαν τρεις φορές με δημόσια και ιδιωτικά χρήματα. Τα ιδρύματα έχασαν το 99% της αξίας τους στο Χρηματιστήριο. Εν τω μεταξύ, με κεφαλαιακή ποσόστωση (Επίπεδο 1) σχεδόν 16%, ανήκουν πάλι στο μέσο όρο των σταθερών τραπεζών.

Τα πρόσφατα αποτελέσματα κύκλου εργασιών δείχνουν επίσης σημαντική βελτίωση των κερδών. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (NBG) ανακοίνωσε κέρδη 258 εκ. ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του έτους, έναντι 70 εκ. ευρώ το περασμένο έτος. Η Alpha Bank αύξησε τα καθαρά κέρδη της από το 12,7 εκ. σε 86,9 εκ. ευρώ. Η Eurobank αύξησε τα κέρδη της από 90 εκ. σε 113 εκ. ευρώ. Η Τράπεζα Πειραιώς που κατέγραψε καθαρές απώλειες 287 εκ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2018, ανακοίνωσε κέρδος 19 εκ. ευρώ.

Οι τράπεζες ωφελήθηκαν το πρώτο εξάμηνο του έτους από τη σημαντική άνοδο των ελληνικών κρατικών ομολόγων. Η τιμή του δεκαετούς ομολόγου αυξήθηκε από 83,5% σε 112,5% από τις αρχές Ιανουαρίου, ενώ η απόδοση μειώθηκε αντίστοιχα από 4,4% σε 1,6%. Μόνο η Alpha Bank είχε κέρδη 209,3 εκ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του έτους από το χαρτοφυλάκιο της σε ελληνικά ομόλογα.

Τα βελτιωμένα αποτελέσματα αντικατοπτρίζονται και στις προσπάθειες των τραπεζών να ελέγξουν τα έξοδα τους. Τα πιστωτικά ιδρύματα κλείνουν υποκαταστήματα και μειώνουν το προσωπικό τους. Αφού μείωσαν κατά 2.852 τις θέσεις εργασίας το 2018, με προγράμματα πρόωρης συνταξιοδότησης και αποζημιώσεις, φέτος θα τις μειώσουν κατά 4.000, δηλ. θα καταργηθεί μία στις δέκα θέσεις εργασίας.

Λιγότερα προβληματικά δάνεια

Η πίεση των εξόδων αυξάνεται, καθώς οι τράπεζες πρέπει να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους με τη μείωση των πιστωτικών ρίσκων. Ειδικοί του κλάδου εκτιμούν ότι, ως αποτέλεσμα της μείωσης των προβληματικών δανείων, συνολικά ο ισολογισμός των τεσσάρων συστημικών τραπεζών θα μειωθεί γύρω στα 50 δισ. ευρώ το 2023 από τα 225 δισ. ευρώ το 2018. Οι τράπεζες θα πρέπει να κάνουν ανάλογη προσαρμογή των εξόδων τους.

Οι τράπεζες σημείωσαν σημαντική πρόοδο στη μείωση των ‘κόκκινων δανείων’ το πρώτο εξάμηνο του έτους. Το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPE) μειώθηκε από τα 94,1 εκ. ευρώ στα 78,8 εκ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου. Η Alpha Bank μείωσε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μέσω πωλήσεων και διαγραφών από 28,8 δισ. σε 24,7 δισ. ευρώ και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας από 17 δισ. ευρώ σε 13,7 δισ. ευρώ. Τη μεγαλύτερη πρόοδο, ωστόσο, σημείωσε η Eurobank που μείωσε 24,4% τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Συνεπώς, η ποσόστωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε από 40,7% σε 32,8% .

Η Eurobank έχει φιλόδοξους στόχους. Θέλει να μειώσει την ποσόστωση κάτω από το 16% στο τέλος του τρέχοντος έτους και κάτω από το 10% στο τέλος του 2021. Το μακρύτερο δρόμο έχει να διανύσει η Πειραιώς. Η Τράπεζα Πειραιώς αναδείχθηκε ως η μεγαλύτερη τράπεζα από την κρίση, καθώς εξαγόρασε μικρότερα πιστωτικό ιδρύματα, αλλά συγκέντρωσε έτσι τον μεγαλύτερο όγκο ‘κόκκινων δανείων’. Παρά τη μείωση των προβληματικών δανείων από 29,4 δισ. ευρώ σε 26,1 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο, η ποσόστωση ανέρχεται ακόμα στο 51,4%. Ο μέσος όρος του τραπεζικού τομέα είναι 44%.

Ο τελικός στόχος είναι να μειώσουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες το ποσό των προβληματικών δανείων στα 25 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2021. Σε αυτό θα βοηθήσει ένα νέο νομικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει την μεταφορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ενός είδος bad bank και κρατικές εγγυήσεις για την ασφάλιση τους. «Επεξεργαζόμαστε μια συστημική λύση για να επιταχύνουμε την μείωση των προβληματικών δανείων», δήλωσε ο νέος Υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας πρόσφατα σε συνέντευξή του στη Handelsblatt. Η ιδέα εξετάζεται στην παρούσα φάση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η απόφαση αναμένεται τις επόμενες εβδομάδες. «Στόχος μας είναι να καταστήσουμε πάλι τις τράπεζες εργαλεία ανάπτυξης, που θα χρηματοδοτούν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις».

Εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας, οι τράπεζες μπορούν να παίξουν αυτό το ρόλο μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό μέχρι στιγμής. Στο τέλος Ιουνίου, το συνολικό ύψος των δανείων ήταν σχεδόν 2% χαμηλότερο από το περσινό επίπεδο. Τώρα, η λήξη των κεφαλαιακών ελέγχων θα προσφέρει μεγαλύτερη ρευστότητα. Οι κεφαλαιακοί έλεγχοι εφαρμόστηκαν τον Ιούνιο του 2015, όταν ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο Υπουργός Οικονομικών του Γιάνης Βαρουφάκης δημιούργησαν μια μαζική έξοδο κεφαλαίων, με την συγκρουσιακή στρατηγική τους έναντι των πιστωτών, και οδήγησαν το ελληνικό οικονομικό σύστημα στο χείλος της κατάρρευσης.

Με την άρση των τελευταίων κεφαλαιακών ελέγχων που αφορούν τα εμβάσματα εξωτερικού, οι τράπεζες αναμένουν επιστροφή των χρημάτων που αποσύρθηκαν. Το πρώτο εξάμηνο του 2015, έχασαν 44 δισ. ευρώ, δηλαδή περισσότερο από το ¼ των καταθέσεων τους. Ένα μέρος έχει, εντωμεταξύ, επιστρέψει. Οι αποταμιεύσεις αυξήθηκαν στα 168,4 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου, έναντι 156 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των τραπεζικών κύκλων, εταιρείες και ιδιώτες έχουν καταθέσεις τουλάχιστον 12 δισ. ευρώ σε λογαριασμούς στο εξωτερικό.

Εξάλλου, κανείς δεν μιλά για Grexit πλέον. Αλλά, ακόμα και εάν ο νέος πρωθυπουργός καταφέρει να διασφαλίσει μεγαλύτερη ανάπτυξη, οι συνέπειες της κρίσης θα συνεχίζουν να συνοδεύουν τη χώρα.