Το Γραφείο Πρωθυπουργού Θεσσαλονίκης και η σύγκρουση ουσίας-επικοινωνίας

1221

Πολλοί εξεπλάγησαν από την επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να διατηρήσει εν λειτουργία το Γραφείο Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, τοποθετώντας μάλιστα σ` αυτό την κ. Μαρία Αντωνίου, ένα στέλεχος εκτός Θεσσαλονίκης.

Του Βαγγέλη Μωυσή

Παραδόξως, στη περίπτωση αυτή, έχουν εξίσου λογική βάση και οι δύο παράμετροι της εξίσωσης: και η απόφαση του πρωθυπουργού και η δυσαρέσκεια που αυτή προκάλεσε. Το πρόβλημα  για την κυβέρνηση όμως, στη συγκεκριμένη φάση, εντοπίζεται στην εγγενή αδυναμία της πρώτης να υπερκεράσει επικοινωνιακά το ιστορικό βάθος της δεύτερης.

Εξηγούμαι:

Τον Ιούνιο του 2018 σε σχόλιο για το Γραφείο Πρωθυπουργού στο Διοικητήριο, εδώ στο thePresident και με τίτλο «Θεσσαλονίκη: τα ηχηρά και τα αθόρυβα», έγραφα το εξής:

«…παρά το γεγονός ότι ο Τσίπρας έχει διαψευστεί σε πολλά μεγάλα ζητήματα που ανακίνησε και… ανακοίνωσε απ` αυτό το γραφείο, δεν είναι λίγοι οι παράγοντες του νομού, ιδιαίτερα από το χώρο της Αυτοδιοίκησης , ακόμα και «γαλάζιοι», που λένε τα καλύτερα, άλλοτε ηχηρά και άλλοτε αθόρυβα (ιδιωτικώς, αποφεύγοντας να εκτίθενται δημοσίως). Γιατί αισθάνονται ότι έχουν βρει έναν δίαυλο προς την κεντρική κυβέρνηση. Ο οποίος μάλιστα, κάπου-κάπου (ρουσφετολογικά; ρουσφετολογικά!) λύνει και κανένα προβληματάκι, σπρώχνει και κανένα αιτηματάκι… Από τα μικρά. Αυτά που συχνά γίνονται χτικιό για δημάρχους και φορείς…»

Συνεπώς, σε «γαλάζιους» κύκλους της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας γενικότερα, είχε πέσει ο «σπόρος» της… «διατηρησιμότητας» του Γραφείου Πρωθυπουργού στην πόλη. Και καθόλου παράδοξο δεν ήταν το γεγονός ότι υπήρξαν συγκλίνουσες από τον Βορρά εισηγήσεις προς την ηγεσία της Ν.Δ., υπέρ της εξέλιξης που τελικά καταγράφηκε.

Οι εισηγήσεις αυτές εν συνεχεία, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: α) τις ανιδιοτελείς, εκείνων των στελεχών που προαναφέραμε ότι είδαν «προβληματάκια» να αντιμετωπίζονται και συνηγόρησαν υπέρ της χρησιμότητας του Γραφείου έχοντας γνώμονα το συμφέρον των κοινωνικών συνόλων που εκπροσωπούν και β) τις πιο ιδιοτελείς, παραγόντων της Θεσσαλονίκης που ήλπιζαν να δουν στο εν λόγω Γραφείο… τον εαυτό τους, ή έστω κάποιο πρόσωπο προερχόμενο από τον οικείο τους κοινωνικό, επαγγελματικό, ή μικροπολιτικό περίγυρο της Θεσσαλονίκης, ώστε να μπορούν να επικαλούνται προσωπική «πρόσβαση» και «επιρροή».

Φτάνουμε έτσι στην επιλογή του προσώπου, της κ. Μαρίας Αντωνίου,  πολιτεύτριας από τη Δυτική Μακεδονία.

Προσωπικά διακρίνω ένα έντονο στοιχείο… χιούμορ στη απόφαση αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη και –προς Θεού- δεν το επισημαίνω αυτό με καμία διάθεση υποτίμησης της κ. Αντωνίου. Όποιος παρακολουθεί προσεκτικά το συλλογισμό μου, δεν μπορεί να μη διακρίνει το γεγονός ότι πρόκειται για μια επιλογή που αφενός μεν ικανοποιεί τους ανιδιοτελείς υπέρμαχους της «διατηρησιμότητας» του Γραφείου, αφετέρου δε αποτελεί εξαιρετική «φάρσα» σε βάρος των ιδιοτελών.

Επειδή φυσικά, η «φάρσα» αυτή –όταν μιλάμε για έναν Μητσοτάκη- δεν μπορεί να στερείται πολιτικού σκεπτικού, αξίζει να σημειώσουμε ότι η επιλογή της κ. Αντωνίου, αποτελεί και ένα εμφανέστατο μέτρο προστασίας του ιδίου του πρωθυπουργού αλλά και των Θεσσαλονικέων που διατελούν της εξέχουσας εμπιστοσύνης του, από την φθορά ακόμα χειρότερων και διαρκέστερων επικρίσεων: Διότι αυτές σίγουρα θα ελάμβαναν χώρα στην περίπτωση μιας εντόπιας επιλογής η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί –με ακόμα μεγαλύτερη ένταση- «βόλεμα» ή επιλεκτική «αβάντα» κάποιου… ατυχήσαντος (στις εκλογές) εκλεκτού.

Όλα αυτά, θα αποτελούσαν τις ιδανικές προϋποθέσεις ομαλής εξέλιξης μιας ελαφριάς κυβίστησης, αν δεν υπήρχε η προαναφερθείσα –στην αρχή του άρθρου- εγγενής αδυναμία της επιλογής διατήρησης του Γραφείου Πρωθυπουργού Θεσσαλονίκης, να υπερκεράσει άμεσα επικοινωνιακά την έκταση της δυσαρέσκειας πολλών συμπολιτευόμενων και της ειρωνείας όλων των αντιπολιτευόμενων.

Η εγγενής αυτή αδυναμία πηγάζει φυσικά στο γεγονός, ότι η λογική βάση της διατήρησης του εν λόγω Γραφείου και η θετική άποψη ακόμα και «γαλάζιων» παραγόντων για τη λειτουργία του, διατηρήθηκε σε όλες τις φάσεις της στο επίπεδο της παραπολιτικής. Ποτέ δεν υποστηρίχθηκε ανοιχτά και δημόσια από «γαλάζιους» παράγοντες (και αν ξεχνάω κάποια εξαίρεση δεν νομίζω να διαφοροποιεί τη γενική εικόνα). Ποτέ δεν προβλήθηκε συστηματικά και σε ηγετικό επίπεδο από τη Ν.Δ. η ενδεχόμενη αναγνώριση κάποιας χρησιμότητας του εν λόγω Γραφείου.

Και ασφαλώς δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, αφού –όπως επίσης προανέφερα- η τελική χρησιμότητα αυτού του γραφείου είχε έντονα στοιχεία παραπολιτικής παρέμβασης και προώθησης χρηστικών αιτημάτων διευκολύνσεων και παρακάμψεων γραφειοκρατικών εμποδίων και όχι στοιχεία ουσιαστικής συνδιαμόρφωσης παραμέτρων εφαρμοσμένης πολιτικής.

Έτσι, καλώς η κακώς, στη συνείδηση της μεγάλης πλειονότητας των ψηφοφόρων της Ν.Δ. στη Θεσσαλονίκη, το Γραφείο Πρωθυπουργού παρέμεινε ταυτισμένο με έναν μηχανισμό  που θεσπίστηκε ως «χάντρα στους ιθαγενείς» και πεδίο «βολέματος» εκλεκτών, μια προσέγγιση απολύτως συμβατή και με την πολιτική κριτική που άσκησε μετ` επιφάσεως και κατ` επανάληψη η Ν.Δ. σε όλα τα επίπεδα.

Και θα διατηρήσει αυτήν ακριβώς την έξωθεν μαρτυρία, όσο δεν απαντάται εμπράκτως και εμφατικά –σε επικοινωνιακό επίπεδο- το ερώτημα «τι μπορεί να προσφέρει αυτό το Γραφείο, που δεν θα μπορούσε να το προσφέρει το Υπουργείο, ή Υφυπουργείο Μακεδονίας-Θράκης ως κυβερνητική μονάδα».

Αυτό λοιπόν, είναι ένα νέο στοίχημα-πρόκληση για την κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, αλλά και προσωπικά για την κ. Μαρία Αντωνίου, ως νέα υπεύθυνη του Γραφείου του Πρωθυπουργού στην πόλη: Να καταφέρει να πείσει ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη εξέλιξη πολιτική «ουσία» ικανή να επικρατήσει σε βάθος χρόνου, στη σύγκρουσή της με την επικοινωνία του πράγματος, που προς το παρόν χωλαίνει τα μάλα…

Ευτύχημα για την κυβέρνηση, είναι πως η ισχύς της, εξασφαλίζει άπλετο πολιτικό χρόνο για να πειστούν οι δύσπιστοι. Μειονέκτημα είναι πως θα τον χρειαστεί σχεδόν όλο, για μια προσπάθεια πειθούς που θα έχει αποτέλεσμα μόνο μετά από αρκετές, επαναλαμβανόμενες, ορατές αποδείξεις…