Τρία στα 5 μπουκάλια κρασί που πουλάει η Ελλάδα στην Πολωνία είναι «ημίγλυκος»

100

«Ημίγλυκος» είναι οι 3 στις 5 πωλούμενες φιάλες ελληνικού κρασιού στην Πολωνία. Σύμφωνα με έρευνα του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας μας στη Βαρσοβία, μέσω μεγάλων εισαγωγέων διακινούνται κυρίως οίνοι των επιχειρήσεων Μπουτάρη, Τσάνταλη και Κουρτάκη. Ελληνικοί οίνοι άλλων παραγωγών διακινούνται μέσω μικρότερων εισαγωγέων τοπικής εμβέλειας. Ιδιαίτερα δημοφιλής, μεταξύ των εδώ διατιθέμενων ελληνικών οίνων, είναι ο «Ημίγλυκος» (3 στις 5 πωλούμενες φιάλες ελληνικού κρασιού).

Στα ελληνικά κρασιά αντιστοιχεί μικρό μερίδιο των συνολικών πολωνικών εισαγωγών οίνου. Τα σχετικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τις εξαγωγές

οίνου το 2017 δείχνουν ότι ο κωδικός «Κρασιά από νωπά σταφύλια, στα οποία περιλαμβάνονται και τα εμπλουτισμένα με αλκοόλη κρασιά. Μούστος σταφυλιών, που έχει υποστεί μερική ζύμωση και που έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο» είχε πωλήσεις σε αξία 1.082.617 ευρώ για 501.330 κιλά.

Σημειώνεται ότι σε σχέση με το 2016, το 2017 υπήρξε μικρή αύξηση των εξαγόμενων ποσοτήτων. Συγκεκριμένα το 2016 η χώρα μας κατατάσσεται στην 10η θέση μεταξύ των χωρών από τις οποίες εισάγει κρασί η Πολωνία με 160.000 κιβώτια 9 λίτρων ενώ στην ίδια θέση κατατάσσεται και το 2017 αλλά με 175.000 κιβώτια 9 λίτρων.

Μολονότι η πολωνική αγορά κρασιού είναι σχετικά νέα, ο ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και πιο έντονος με την πάροδο του χρόνου. Λόγω του μικρού μεγέθους της αγοράς, μόνο λίγοι παίκτες έχουν καταφέρει να εξελιχθούν σε αγοραστές μείζονος σημασίας. Στο τμήμα της αγοράς που αντιστοιχεί στη διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων κυριαρχούν λίγες μεγάλες επιχειρήσεις όπως οι Ambra (www.ambra.com.pl), Bartex-Bartol (www.bartex.com.pl), Domain Menada (www.domainmenada.pl), Partner Center (http://wina.net.pl) και CEDC (www.cedc.com).

‘Αξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι εισάγονται κρασιά όχι μόνον απευθείας από τις χώρες παραγωγής αλλά και μέσω τρίτων χωρών. Στην περίπτωση των μεγάλων οινοπαραγωγών χωρών ακολουθούνται παράλληλα και οι δύο διαδρομές. Οι ακόλουθες ενδεικτικές περιπτώσεις δίνουν το περίγραμμα αυτής της πραγματικότητας.

Κρασιά από την Κύπρο εισάγονται μέσω Γερμανίας.

Κρασιά από τις ΗΠΑ εισάγονται κατά πρώτο λόγο μέσω Γερμανίας (80%) και κατά δεύτερο απευθείας ή μέσω άλλων χωρών (Ην. Βασίλειο, Ιταλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γαλλία και Σουηδία).

Κρασιά Ισπανίας, Ιταλίας, Γαλλίας, Χιλής, Πορτογαλίας και Αργεντινής εισάγονται κατά κύριο λόγο (>85%) απευθείας από τις αντίστοιχες χώρες. Μικρότερες ποσότητες κρασιών αυτών των χωρών εισάγονται μέσω Γερμανίας, Ην. Βασιλείου, Τσεχίας και Βελγίου.

Κρασιά Αυστραλίας και Ν. Αφρικής εισάγονται είτε απευθείας (>55%) είτε μέσω ενδιάμεσων χωρών και κυρίως μέσω Γερμανίας.

Επιπλέον, σημιεώνεται ότι η μη καταγεγραμμένη αγορά δεν είναι ευκαταφρόνητη στην Πολωνία, υπολογίζεται σε 20% γενικά για αλκοολούχα (λιγότερο για οίνους). Για παράδειγμα αναφέρεται ότι υπάρχουν ποσότητες παράνομης βότκας που εισέρχονται από τα ανατολικά σύνορα, ότι αυξάνεται η κατ’ οίκον παραγωγή φρουτώδους βότκας και συναφών ενώ στη Δυτική Πολωνία υπάρχουν μη καταγεγγραμμένες εισαγωγές οίνου.

 

Τα προβλήματα για τους Έλληνες εξαγωγείς

 

Η υστέρηση των ελληνικών εξαγωγών σε κρασί αποδίδεται, κυρίως, στους ακόλουθους παράγοντες:

– Ανταγωνισμός: Ο ανταγωνισμός είναι ιδιαίτερα έντονος σε μια ανερχόμενη αγορά 38,5 εκ. κατοίκων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, εισάγονται κρασιά από όλες σχεδόν τις οινοπαραγωγούς χώρες

– Τιμή: Η τελική τιμή πώλησης των ελληνικών κρασιών υπερβαίνει σημαντικά τον μ.ό. των ανταγωνιστικών προϊόντων (το 85% της αγοράς λιανικής κινείται στην τιμή των 25 Ζλότυ)

– Προβολή / Αναγνωρισιμότητα: Η σχετικά υψηλή τιμή πώλησης των ελληνικών κρασιών δε συνοδεύεται από αυξημένη αναγνωρισιμότητα, η οποία θα δικαιολογούσε τη διαφορά στην τιμή. Οι Πολωνοί καταναλωτές θα ήταν ίσως διατεθειμένοι να προτιμήσουν το ακριβότερο ελληνικό προϊόν εάν η φήμη του ήταν εξίσου ελκυστική με εκείνη του γαλλικού ή του ισπανικού. Το ελληνικό brand name γίνεται βεβαίως θετικά δεκτό στην εδώ αγορά, καθώς τη χώρα μας επισκέφθηκαν σχεδόν 1.000.000 Πολωνοί το 2017. Ωστόσο, ειδικά στο σκέλος του κρασιού, δεν υπάρχει ούτε η «αναγνωρισμένη υπεροχή» των γαλλικών κρασιών ούτε η έντονη και συστηματική προβολή των ιταλικών και άλλων κρασιών, μέσω εκδηλώσεων, διαφημίσεων και άλλων δράσεων.

– Ομογένεια / Επιχειρήσεις: Δεν υπάρχει ελληνική ομογένεια του μεγέθους άλλων χωρών (π.χ. Γερμανία), που θα μπορούσε να υποστηρίξει αποτελεσματικά την αγορά ελληνικών κρασιών. Δεν υφίσταται, επίσης, ελληνική αλυσίδα supermarket, μέσω της οποίας θα μπορούσαν να διακινηθούν ευκολότερα τα ελληνικά προϊόντα. Για λόγους σύγκρισης, αναφέρεται ότι η αλυσίδα BIEDRONKA (συμφερόντων Jeronimo Martins) έχει διευκολύνει κατά πολύ την είσοδο των πορτογαλικών προϊόντων στην εδώ αγορά. Μικρός είναι ο αριθμός των ελληνικών εστιατορίων (30-40) που θα μπορούσαν να απορροφήσουν ποσότητες ελληνικών κρασιών. Δεν υφίστανται, τέλος, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων πολύ μικρής εμβέλειας, σημεία λιανικής πώλησης αποκλειστικά ελληνικών προϊόντων

– Κατηγοριοποίηση: Μια συχνά εμφανιζόμενη πρακτική δυσκολία αφορά την ταξινόμηση ελληνικών ποικιλιών (π.χ. Αγιωργίτικο, Αθήρι, Μαλαγουζιά, Μοσχάτο, Ξυνόμαυρο κλπ.) σε γνωστές κατηγορίες με τις οποίες είναι εξοικειωμένοι εισαγωγείς, πωλητές και καταναλωτές (Pinot Noir, Chardonnay, Cabernet Sauvignon, Merlot, Syrah κλπ.). Η ταξινόμηση αυτή, αν και δεν είναι συμβατή με την επιθυμητή εικόνα των διακριτών ελληνικών ποικιλιών, μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, ιδίως στην περίπτωση της ένταξης των ελληνικών προϊόντων στα μενού εστιατορίων, δεδομένης της συγκριτικά μειωμένης αναγνωρισιμότητας των ελληνικών κρασιών.