Το γλωσσάρι του Πάσχα – Μέρος 1ο

1194

Είναι αλήθεια ότι αυτές τις ημέρες θυμόμαστε λίγο περισσότερο την εκκλησιαστική γλώσσα. Πολλές φράσεις, που τις ακούμε σε διάφορες περιστάσεις, προέρχονται από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες ή την Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Μάλιστα, έχουμε ξεχάσει την προέλευσή ορισμένων από αυτές. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, μερικές και μάλιστα όσες αναφέρονται στις στιγμές του Θείου Πάθους. Τις παραθέτουμε αλφαβητικά και όχι με την χρονολογική σειρά που συνέβησαν τα γεγονότα, φτιάχνοντας έτσι ένα αλφαβητάρι των ημερών.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

1. Ἀγρός τοῦ κεραμέως: την χρησιμοποιούμε, για να αναφερθούμε σε ένα κτήμα ή ένα οικόπεδο που έχει αφεθεί έρημο και απεριποίητο. Προέρχεται από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ΚΖ.7. : ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις·. Ο Ιούδας, όταν διαπίστωσε ότι είχε παραδώσει το διδάσκαλό του, έδωσε πίσω τα τριάκοντα αργύρια στους Αρχιερείς, αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να τα τοποθετήσουν στο θησαυροφυλάκιο του ναού, γιατί τα χρήματα αυτά αποτελούσαν τιμή ανθρώπινου αίματος.

2. Αἱ γενεαί πᾶσαι: Όταν θέλουμε να δηλώσουμε πάνδημη συμμετοχή, παλλαϊκή αντίδραση. Την ακούμε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής και είναι η αρχή του πρώτου εγκωμίου από την τρίτη στάση.

3. Ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτόν οὐ δύναται σῶσαι: Την στιγμή που ο Χριστός βρισκόταν στο σταυρό, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι τον ενέπαιζαν, αμφισβητώντας την θεϊκή του φύση. Αφού έσωσε άλλους, έλεγαν, ας σώσει τώρα και τον ίδιο του τον εαυτό και ας κατεβεί από το Σταυρό (Ματθ. ΚΖ.42). Αυτή η κοροϊδευτική διάθεση έμεινε και σε μερικούς χαιρέκακους από εμάς και την λέμε, όταν θέλουμε να χλευάσουμε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ενώ προηγουμένως ευεργετούσε τους γύρω του.

4. Ἀντὶ τοῦ μάννα χολήν: Στα αντίφωνα του όρθρου της Μεγάλης Πέμπτης ακούμε τον υμνογράφο να αποδίδει το παράπονο του Χριστού: ἀντί τοῦ μάννα χολήν, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος. Δηλαδή, αντί για μάννα που έδωσε ο Θεός ως τροφή στους Ισραηλίτες στην έρημο, οι σταυρωτές του τού πρόσφεραν τη στιγμή της σταύρωσης ως τροφή τη χολή και ως ποτό το ξύδι. Κι εμείς υπονοούμε την αγνωμοσύνη που δείχνει κανείς στον ευεργέτη του.

5. Ἀπήγξατο: πότε έρχεται κανείς στο απήγξατο; Όταν βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση, σε δεινή θέση, σε φοβερό σημείο απελπισίας σαν τον Ιούδα που μετεμελήθη, αλλά δεν μετενόησε. Από το κατά Ματθαίον ΚΖ.5: …καὶ ἀπελθών (ὁ Ἰούδας) ἀπήγξατο. Δηλαδή, αφού βγήκε έξω ο Ιούδας, κρεμάστηκε.

6. Ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι: Ο Χριστός, πάνω στο σταυρό, ζητά από τον Πατέρα Του να συγχωρήσει τους ανθρώπους, γιατί δεν γνωρίζουν τι κάνουν (Λουκά ΚΓ.34). Κι όσοι από εμάς την προφέρουμε ακόμη, την λέμε, για να ζητήσουμε την απαλλαγή κάποιων από τις ευθύνες τους, επειδή μάλιστα δεν συνειδητοποιούν τι κάνουν.

7. ἄφραστον θαῦμα: Έτσι αποκαλούμε κάθε μεγάλο και σπουδαίο, αυτό που είναι δύσκολο να ειπωθεί και μας αφήνει έκπληκτους και εκστατικούς. Είναι θαύμα άφραστο (από το φράζω = λέω) και αναδύεται από τον Κανόνα του όρθρου Μεγάλου Σαββάτου (ωδή ζ’), στον οποίο ο υμνογράφος απορεί με το παράδοξο ο Θεός να «κατατίθεται ἄπνους», ένας Θεός να μην έχει πνοή.

8. Δεῦρο ἔξω: Φωνάζουμε για να βγει έξω κάποιος που δεν τον βλέπουμε. Τον παροτρύνουμε να παρουσιαστεί μπροστά μας. Την αντλούμε από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ΙΑ.43, όταν ο Χριστός ανέστησε τον καρδιακό του φίλο τον Λάζαρο, με μια απλή προτροπή.

9. Διαρρηγνύω τὰ ἱμάτια: Διαρρηγνύω τα ιμάτια, σχίζω τα ρούχα μου, όταν διαμαρτύρομαι πολύ έντονα για κάτι, όπως ο Αρχιερέας που προσπαθούσε να αποσπάσει από τον Ιησού την ομολογία ότι ήταν υιός του Θεού. (…τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ λέγων ὅτι ἐβλασφήμησε· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; ἴδε νῦν ἠκούσατε τὴν βλασφημίαν αὐτοῦ· Ματθ. ΚΣΤ.65 Σε νεοελληνική απόδοση: Τότε ο αρχιερέας έσχισε τα ρούχα του, λέγοντας ότι ο Ιησούς βλασφήμησε∙ γιατί χρειαζόμαστε ακόμη τους μάρτυρες; Εμπρός, λοιπόν, ακούστε την βλασφημία του.).

10. Διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων: Για το φόβο των Ιουδαίων παίρνουμε κάθε δυνατή προφύλαξη και το τονίζουμε μάλιστα, για να το ακούσουν και οι άλλοι. Δια τον φόβον των Ιουδαίων και ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία έκρυβε το ότι ήταν μαθητής του Χριστού. Δεν ξέχασε, όμως, το σπουδαίο του δάσκαλο και παρακάλεσε τον Πιλάτο να πάρει το σώμα του Χριστού, για να το θάψει. (Κατά Ιωάννην ΙΘ.38)

*Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας