Η υποτίμηση της νοημοσύνης, το χόμπι του Νεοέλληνα

5849

Πόσες φορές έχουμε νιώσει την ανάγκη να πούμε αυθόρμητα στον άλλον «Ποιόν δουλεύεις;”. Στις μέρες μας δε, αυτή η ανάγκη αυξάνεται συνεχώς, καθώς αυξάνεται αντιστοίχως η τακτική που χρησιμοποιείται από πολλούς, να υποτιμούν με θράσος και χωρίς ντροπή την νοημοσύνη και τη σκέψη του διπλανού τους.

Από τους πολιτικούς που μας απευθύνονται, εκτοξεύοντας μεγαλοστομίες, που έχουν μάθει παπαγαλία και χρησιμοποιούν σαν πανάκεια σε κάθε ερώτηση που τους απευθύνει κανείς, μέχρι τους ανθρώπους με τους οποίους αλληλοεπιδρούμε καθημερινά, όλοι τείνουν να αντιμετωπίζουν τον άλλον, ως τον χαζό.

Στη νοοτροπία του Νεοέλληνα, η ευγένεια και το ήθος, ακόμα και η εσκεμμένη προσπάθεια αποφυγής μιας διένεξης, μεταφράζεται αυτομάτως σαν αδυναμία, και όχι σαν ανωτερότητα, με αποτέλεσμα ο «ευγενής» να τίθεται αναπόφευκτα στη θέση του νοητικά αδύναμου.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, λειτουργεί και η πολιτική επικοινωνία στη χώρα μας. Βλέπουμε ανθρώπους να μας λένε ψέματα, περιμένοντας να τα πιστέψουμε, χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Κάνουμε ερωτήσεις, στις οποίες δεν παίρνουμε ποτέ σαφή και ικανοποιητική απάντηση. Προσπαθούμε να αποδώσουμε ευθύνες, τις οποίες κανείς δεν αναλαμβάνει και όλοι τις αποποιούνται, με αποτέλεσμα να καταλήγει κανείς να αναρωτιέται αν φταίει ο ίδιος που είναι σκεπτόμενος. Γιατί αναρωτιόμαστε όμως για τους πολιτικούς μας εκπροσώπους και τον τρόπο με τον οποίο μας αντιμετωπίζουν, όταν εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιούμε την ίδια στρατηγική σε καθημερινή βάση;

Σε μία κοινωνία που μαστίζεται από το λαϊκισμό, την εμπορευματοποιημένη ψεκτό-κουλτούρα και τον λανθάνοντα διχασμό, η παιδεία και η ευγένεια (κοινωνική και πολιτική), θα θεωρούσε κανείς ότι είναι η μόνη ελπίδα που μας έχει απομείνει. Δυστυχώς όμως από την δεκαετία του 90’ και μετά, ο Έλληνας, αν και διατυμπανίζει την ευρωπαϊκή του ταυτότητα, και την ιδιότητά του ως ευρωπαίου και παγκόσμιου πολίτη, ουδεμία σχέση έχει με αυτόν.

Οδηγούμε αγενώς, χαιρετούμε αγενώς, εκφραζόμαστε αγενώς, κοινωνικοποιούμαστε αγενώς, ψηφίζουμε αγενώς και γενικότερα, συμβιώνουμε αγενώς. Αγενώς γιατί πλέον ότι και αν κάνουμε, το βαθύτερο μας κίνητρο δεν είναι άλλο από το να πετύχουμε αυτό που βολεύει τον «εαυτούλη» μας, αδιαφορώντας καταφανώς για τις ανάγκες, τις απόψεις και τους προβληματισμούς των γύρω μας.

Η νεοελληνική κοινωνία λειτουργεί άρρωστα εγωιστικά, αγνοώντας πασιφανώς τις έννοιες της συνύπαρξης, της αλληλοκατανόησης, της ανάγκης ενίοτε να θέσουμε τον εαυτό μας στη θέση του απολογούμενου – αν αυτό απορρέει από τις πράξεις μας- και της κατανόησης, ότι βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης συνύπαρξης είναι ο εκφραζόμενος αλληλοσεβασμός και η κατανόηση.
Δυσκολευόμαστε να αναλογιστούμε ότι στη θέση κάποιου τον οποίον χρησιμοποιούμε για να πετύχουμε το στόχο μας, μπορεί να βρεθούμε και εμείς οι ίδιοι. Δεν αναγνωρίζουμε ότι η δύναμη ή αδυναμία που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο, είναι αποτέλεσμα συνθηκών που συχνά αλλάζουν άρδην και οι επιπτώσεις αναπόδραστα κάποια στιγμή θα ακουμπήσουν και εμάς τους ίδιους.

Η οικονομική κρίση μας έχει οδηγήσει σε μία κουλτούρα ζούγκλας, όπου ο αλληλοσπαραγμός και η πλήρης απουσία ανθρωπιάς και συμπόνοιας προς τον άλλον, δικαιολογείται από πολλούς σαν αυτοάμυνα. Στην προσπάθειά μας να επιβιώσουμε και να ξεχωρίσουμε, υποτιμούμε κάθε τι που θα μπορούσε να απειλήσει την εύθραυστη και πλασματική εικόνα μας. Υποτιμούμε ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Υποτιμούμε τη σκέψη, την κρίση και τη νοημοσύνη, ανίκανοι να δούμε ότι αυτές είναι οι αρετές που διαχρονικά δίνουν υπόσταση στην ανθρώπινη φύση και την διαχωρίζουν από τις υπόλοιπες μορφές ζωής.