Εμπρόσωπος Έρωτας en jour fixe .. ou pas..

1485

Γράφει η Βασιλική Τζότζολα

Αγάπησα τους ξενόγλωσσους τίτλους και τις επωνυμίες στην ελληνική τους μετάφραση, όταν είδα να αναβιώνει το ξενοδοχείον «ΕΞΕΛΣΙΟΡ», στη Θεσσαλονίκη. «ΕΞΕΛΣΙΟΡ», όχι Εxcelsior. Όπως «ζουρ φιξ», όχι το υψαύχην ψηλομύτικο jour fixe! Μέσα σε δύο λέξεις η φίλη μου, η Λώρη Κέζα συμπύκνωσε τον συμβολισμό της ευτυχίας:

— Ζουρ (Jour), μέρα, το νυν, το παρόν, το ό,τι μας έμεινε για να αισθανόμαστε την ύπαρξή μας. Καμιά αναπνοή του παρελθόντος δε θυμάσαι. Ούτε την τελευταία σου του μέλλοντος γνωρίζεις. Μόνον αυτή τη στιγμιαία ταπεινή και καθόλου ταπεινωμένη εισπνοή και εκπνοή, του «τώρα», του «μόλις τώρα», που εγώ γράφω κι εσύ διαβάζεις. Κι αυτή η μόλις τώρα αναπνοή εμποτίζει και δίνει αξία στη “jour” τη δική μου και τη δική σου.

— Φιξ (Fixe), φιξαρισμένη, προγραμματισμένη, της προσμονής και ύστερα αναμονής κι, αν χρειαστεί, της υπομονής. Κι αυτή η αγαπητική επίθεση, ενός επιθετικού προσδιορισμού νοηματοδοτεί και φωτίζει το παρόν, το τώρα, το εδώ.

Ο κανόνας «fixe» και ο χρόνος «jour» έχουν κοινό παρονομαστή την πειθαρχία εκείνης της μορφής που, μετά τα 40, παράγει χαρά. Επιζητάς τη σταθερότητα, αλλά πασπαλισμένη με φρεσκάδα. Και καταλήγεις να συμφωνείς με το τσιτάτο ότι «μετά τα 40 δεν υπάρχουν ενοχές, παρά μόνον ζωή».

Αυτό είναι το δώρο της Λώρης Κέζα στον αναγνώστη της. Στον ολόδικό της αναγνώστη, που, μπορεί να μην αγαπά τη λογοτεχνία και, δη, τη σύγχρονη, αλλά δε μπορεί παρά να νιώσει συγκλονιστική ικανοποίηση διαβάζοντας το πόνημά της. Λέξη προς λέξη. Σελίδα προς σελίδα. Στιγμή προς στιγμή, απρόοπτη ή «φιξ». Με μια τεχνοτροπία γραφής, που οικοδομεί και αποδομεί, συνθέτει και αναλύει. Αναπολεί και λογοδοτεί, ταυτόχρονα. Μέσα από τα μάτια της Λώρης που αντικρίζει μιαν Ελλάδα «κακών τε εάων», τη δική της Ελλάδα. Εκείνης που μεγαλούργησε, που παρανόμησε, που πρόδωσε και προδόθηκε, που έμεινε αφοσιωμένη στον εαυτό της. Τον εαυτό της, τον άλλοτε μεν κακό, άλλοτε δ’ εσθλό. Ιστοριογράφημα, ταυτόχρονα και παραμυθία. Αρθρογραφική προσέγγιση, αλλά και διηγηματογραφική Κλωθώ. Άτροπος στην Λώρη, δεν υπάρχει. Ακόμη και στο ευρηματικό της τέλος, η οδός δεν είναι μία. Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα, μόνο τρίστρατα και σταυροδρόμια σκέψης και πόρευσης έχουν γεννηθεί. Και η Λώρη αυτό το ξέρει καλά. Το έζησε και το ζει στο πετσί της, είτε ζει στην Αθήνα, είτε κάνει διακοπές στην Τήνο, είτε διαμένει στο Μόντρεαλ.

Δε διερωτώμαι αν έχει στοιχεία βιογραφικά το «Ζουρ Φιξ». Ομνύω στη βεβαιότητα ότι για τον κάθε αναγνώστη ιστορεί πρόσωπα και καταστάσεις αυτό-βιογραφικά. Πολλώ, μάλλον, όταν ο πραγματικός χρόνος του βιβλίου ταυτίζεται με όλο το φως και το σκοτάδι μιας περιόδου ελλαδικής ζωής του σύγχρονου αναγνώστη. Εκείνου που έγλειψε, σα να ήταν παγωτό του πάθους, την ύστατη εποχή της κίβδηλης ευημερίας στη χώρα, εκείνου που περνάει πλέον έξω από το “ZONARS” γνωρίζοντας ότι μες στην τσέπη του ο μισθός εξαντλείται πριν να εξαντληθεί ο μήνας. Και για τον αναγνώστη, που έζησε ακμάζων στον ιστορικό χρόνο του βιβλίου, τα ίδια ισχύουν!

Το “ZONARS”! Του Ζωναρά και του Πανά. Του Βαλσαμάκη και του Βαράγκη. Της διαφάνειας, του neon, της απροκάλυπτης βιτρίνας άλλων δεκαετιών, και του ξύλου, των καμβάδων από λάδι, της κρυψίνοος κουρτίνας, που αφήνει στον περαστικό τού σήμερα ηδυμιγείς υποσχέσεις.

Στις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Laclos, η Μαρκησία Ντε Μερτέϊγ γράφει στον Υποκόμη Ντε Βαλμόν: «Αλλά τον αγαπώ πολύ ακόμα, για να θελήσω να τον φθείρω σύντομα. Οι υπερβολές επιτρέπονται μόνο για τους ανθρώπους που θέλουμε να εγκαταλείψουμε σύντομα». Είναι μια φράση που, προσωπικά, με έχει στοιχειώσει ως θιασώτη του «Εμπρόσωπου Έρωτα», ως αξίας. Με μεγάλη άνεση τη φράση αυτή θα μπορούσε να έχει πει ο πρωταγωνιστής μας, ο Ιωσήφ, άλλως, Ζοζέφ Ρεμούνδος. «Μέτρον άριστον». Και ο υπερθετικός βαθμός του «καλόν», δηλαδή, του «άριστον», υπήρξε η υπερβολή στη ζωή του Ρεμούνδου, ο οποίος με επίγνωση και σύνεση, έζησε τη ζωή του με μέτρο, και ως Άλογον, και ως Ηνίοχός του! Όπως και να ‘χει, ως μεμετρημένος επιβήτωρ. Ή μήπως όχι;

Αν απεπειράτο κανείς να σκηνογραφήσει ή και δώσει σχήμα στα γυναικεία πρόσωπα, που η Λώρη σκιαγράφησε για να εμφυσήσει πλοκή στο βιβλίο της, θα έφτιαχνε ένα μπουκέτο από λουλούδια. Άλλα αυτοφυή και αγριολούλουδα, όπως η Βασιλική, η Λήδα, η Μελίνα, άλλα «οικόσιτα» του ανθοδοχείου, όπως η Μάρω, η Σοφία, η Ζέτα, κάποια απλώς των αγρών, όπως η Άννα, η Αντιγόνη. Στη μέση και τριγύρω τους, ένα φυτό αναρριχώμενο, σαν κισσός ή γιασεμί αραβικό, να τα δένει, να τα συμπληρώνει, να τα ζει. Ζοζέφ Ρεμούνδος ο αναρριχώμενος.

Η πλοκή γύρω από τη ζουρ φιξ των πέντε γυναικών, δηλαδή, κάθε Πέμπτη, μετά το μάθημα των 10:00 στο Holmes, συνάντηση στο “ZONARS”, αλλά και ο καθ’ ημέραν βίος των δεύτερων γυναικείων ρόλων, με εξυπηρετεί, ως αναγνώστη, για να ενισχύει την αδημονία μου για τον Ζοζέφ. Τί θα πει, τί θα κάνει, πώς σκέφτεται, τί θα σκαρφιστεί, πώς, τελικά, θα δρομολογήσει την θανατική υπέρβαση του μέτρου, ώστε η απόλυτη ύβρις να τον οδηγήσει στη θανατηφόρο ευωχία και το «δεύτε λάβετε τελευταίον σπασμόν»;

Τον ερωτεύτηκα αυτόν τον άνδρα. Άνδρας του μέτρου και των άκρων. Του αργού ανήφορου για να σε κερδίσει, του κατήφορου της κατρακύλας για να τον χάσεις. Άνδρες σαν τον Ρεμούνδο σε κερδίζουν, και τους χάνεις. Άνδρας παλαιάς κοπής, “old fashioned”. Από κάθε κύτταρο, πλημμυρίδες ευγένειας κι αρχοντιάς, κι ένα χαμόγελο άφθορο, να συνοδεύει τα «ναι» και τα «όχι», με τον ίδιο απαράμιλλο τρόπο, τον δικό του τρόπο. Τον μοναδικό σε όλα και για όλα, και για όλες. Κυβερνήτης, καραβοκύρης, αλλά και ναύκληρος, λοστρόμος, ο έμπορος κουμπιών. Θάλασσα να έχει, να την τιθασεύει με τον τρόπο του. Κι εκείνη να του χορεύει, στο ρυθμό του. Πάντα και όλα στο δικό του ρυθμό. Τον εκτιμάς, όσο ακριβώς του οφείλεις, όταν έρχεσαι αντιμέτωπη με τη σιωπή μακριά του. Διαβάζω τον Ζοζέφ και θυμάμαι καψούρικους στίχους του Τόλη (Βοσκόπουλου):

«Οι άντρες δε μιλούν πολύ,

στο νου σου να το γράψεις..»

Μεγάλη κουβέντα ο «άντρας». Όσο πιο μικρή η κουβέντα του, τόσο πιο μεγάλος αυτός. «Αρσενικό», να το λες, να γεμίζει το στόμα και το «είναι» σου. Πουκάμισο κολλαριστό, λευκό. Η φιλοσοφία ίδια, σταθερή. Στιβαρός φίλος, στιβαρός γυναικάς. Στιβαρό ποτό συνοδευόμενο, ίσως, από κάτι φαγώσιμο, ενδιάμεσα στους σπασμούς που χαρίζει. Δεν το απαιτεί, αλλά το εκτιμά. Μοιράζεται, βλέπεις, άλλα έπιπλα μαζί σου, όχι το τραπέζι. Εκείνο παραμένει προνόμιο της «ανερωτικής», που σώθηκε χάρη στην ανάγκη, όχι την κατανόηση.

Βαρύ όνομα το «άνδρας». Βαρύ και το «παιδί».. γιατί έμαθε ότι πρέπει να το κρύβει.. Θα είπε κάποτε η κυρά Ζαμπέτα, η μάνα του, στην Τήνο: «οι άνδρες δεν κλαίνε» και το πήρε το Παιδί τοις μετρητοίς. Δεν γκρινιάζει. Μπορεί να μην κλαίει. Πονάει κι ας μην το δείχνει. Δε μιλάει πολύ. Δεν του ταιριάζει η συναισθηματική ένταση. «Μη μού θυμώνεις, μάτια μου..», σού λέει.. Μια φορά. Δε θα το ξαναπεί.. Κι εσύ καίγεσαι να σού θυμώσει εκείνος, να σε διεκδικήσει κάπως, να σε αρπάξει, να σε κάνει βάρος του, να ελαφρύνει το δικό σου βάρος.

               Χαμογελάει, «να προσεχείς», σου λέει. Αφού όλα στα είπε, δεν ακούς; «Να προσέχεις», λέει ο αληθινός άνδρας. Εσύ γιατί δεν ακούς το κρυμμένο «να ΜΕ προσέχεις»; Αυτός αυτό δε θα στο ζητήσει ποτέ. Ακόμη να τον μάθεις; Να τον προσέχεις πρέπει, όχι να τον ακούς! «Να Με προσέχεις», αυτό. Όταν σφίγγει τα δόντια κι εσύ βλέπεις το χαμόγελο. Όταν σού λέει ήρεμα το δικό του «να προσέχεις», να ακούς πόσα άλλα ρήματα κρύφτηκαν πίσω απ’ αυτό. Το δικό του «να προσέχεις» κρύβει δάκρυ κολλημένο, διογκωμένο, κάπου ανάμεσα στο λαιμό και την καρδιά του..

Και είναι τόσο όμορφος! Όμορφος, όσο η ομορφιά που μπορούν να χωρέσουν τα μάτια και η ψυχή σου. Αλλά είναι άνδρας, κοπής παλαιάς και δεν του αρέσει να του το λες. Μην του το λες. Μόνο εκείνος θέλει να σε λέει «όμορφη» κι εσύ να τον κοιτάς κατάματα και να του λες «ευχαριστώ». Και να τον ευχαριστείς με μία λέξη, για τον παράδεισο, που δημιουργεί για σένα κάθε φορά, σαν πρώτη φορά. Και «υπέροχη». Σε λέει «υπέροχη». Γι’ αυτόν υπερέχεις, υπέροχη στην υπεροχή σου. Δεν ξέρεις, δεν καταλαβαίνεις γιατί εσύ, γιατί εσένα, γιατί με εσένα! Αυτό. Ό,τι άλλο, περιττό για τον άνδρα. Αυτόν με τη σιγουριά, τον αληθινό. Χωρίς θεατές, χωρίς ακροατές. Αυτός κι εσύ, κάπου, κάπως, όπου, όπως.

Αχ, βρε Ζοζέφ! Μπήκες στο μυαλό της Γυναίκας. Και ύστερα παντού. Κι ας μην της προσέφερες τίποτ’ άλλο, παρά τον οργασμό της! Αχ, Λώρη μου! Έριξες φως στο σκοτάδι του. Αλλά, επίτρεψέ μου, ν’ ασχολούμαι μαζί του, σα να ήταν αυτός για τον οποίον ο T.S.Eliot έγραψε, κι εγώ παρέφρασα:

“Between the Desire and the Spasm

FAILS the Shadow”

Δεύτε λάβετε τελευταίον σπασμόν…

Ποιός νοιάζεται δια τελευταίον ασπασμόν..;