Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι η αδιευκρίνιστη ψήφος που συνιστά ένα εξαιρετικά κρίσιμο εκλογικό μέγεθος έχει αγγίξει ακόμη και το 21%. Έτσι, το ζητούμενο των αναλύσεων είναι
(α) πόσο «αναποφάσιστοι» και επί πόσο χρονικό διάστημα παραμένουν στην κατάσταση αυτή, οι ισχυριζόμενοι ότι δεν έχουν καταλήξει στις επιλογές τους.
(β) Προς τα που θα κινηθούν όταν αποφασίσουν να φύγουν από την προεκλογική τάξη των αναποφάσιστων.
του Νίκου Σίμου

Από την άλλη πλευρά ισχύει και η εξής εκδοχή, διαπιστωμένη και στα εκλογικά αποτελέσματα. Είναι ψηφοφόροι που μπορεί να έχουν εγκαταλείψει το κόμμα που είχαν ψηφίσει, αλλά καλύπτουν πίσω από την ταμπέλλα του αναποφάσιστου, την πρόθεσή τους να μην αποκαλύψουν την κομματική τους μεταστροφή. Πολύ περισσότερο μάλιστα αφού η αποκάλυψη των νέων κομματικών προτιμήσεών τους, μπορεί να εκληφθεί και ως ομολογία της προτέρας πλάνης τους. Ένα πρώτο παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας είναι και το εξής:
Παρατηρείται μία τάση των παλαιοτέρων ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που τον Σεπτέμβριο του 2015 είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ –επαναλαμβάνοντας το λάθος τους του Ιανουαρίου του ιδίου έτους- να μετακινούνται, σε πολυ σημαντικό ποσοστό, προς την Νέα Δημοκρατία. Ή εν πάση περιπτώσει παρατηρείται μία γενική δημοσκοπική τάση εγκατάλειψης του ΣΥΡΙΖΑ ανεξαρτήτως που μπορεί να κατευθυνθούν τελικώς οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι και αυτοί που γενικώς συνθέτουν την λεγόμενη αδιευκρίνιστη ψήφο.
Η ψυχολογική οπτική
Το κλειδί για να προσεγγίσει κανείς τους αναποφάσιστους –σύμφωνα με δημοσκόπο – και να επιχειρήσει να κάνει κάποια εκτίμηση για το πως θα ψηφίσουν είναι να τους κατατάξει σε συγκεκριμένη ψυχολογική κατηγορία. Αν ανήκουν στην κατηγορία των απογοητευμένων ή των οργισμένων. Και αυτό διότι:
(α) Η οργή οδηγεί σε άλλο κόμμα
(β) η απογοήτευση τροφοδοτεί την αναποφασιστικότητα.
Ειδικότερα:
-Αν κυριαρχήσει, τελικώς, το συναίσθημα της απογοήτευσης στους αναποφάσιστους, δεν θα είναι έκπληξη αν δούμε μεγάλα ποσοστά αποχής! Αν το συναίσθημα της απογοήτευσής τους αμβλυνθεί, ενδεχομένως οι αναποφάσιστοι να κατευθυνθούν σε κόμμα που γεννά την προσδοκία της σταθερότητας. Σε αυτήν την περίπτωση η Νέα Δημοκρατία θα δεχθεί την πλειοψηφία των αναποφάσιστων.
Να θυμίσουμε ότι όσον αφορά στα συναισθήματα που διακατέχουν σήμερα την ελληνική κοινωνία, κυριαρχούν σε πολύ μεγάλα πλειοψηφικά ποσοστά η οργή η ανησυχία και ο φόβος.
Μετακινήσεις σε ψηλά ποσοστά
Σε σχέση με τα ανωτέρω ‘εχει το πως είχαν κινηθεί οι αναποφάσιστοι στις τελευταίες εκλογές. Είναι μία εικόνα που στις άλλες εκλογές σύμφωνα με τις δημοσκοπικές τάσεις και όσα τονίσαμε παραπάνω μπορεί να αναστραφεί υπέρ της ΝΔ φυσικά:
-Προς τον ΣΥΡΙΖΑ είχε πάει το 31%
-Προς την ΝΔ πήγε ένα 6%
-Προς την Χρυσή Αυγή ένα 5%
-Προς την Δημοκρατική Συμπαράταξη ένα 4%
-Προς το ΚΚΕ ένα 3%
-Προς το Ποτάμι ένα 7%
-Προς τους ΑΝΕΛ ένα 6%
-Προς την Ένωση Κεντρώων ένα 3%
Η πολύ χαμηλή μέχρι σήμερα συσπείρωσή του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι έναντι των άλλων κομμάτων είναι το κόμμα στο οποίο διαπιστώνεται και μεγαλύτερο ποσοστό αναποφάσιστων.
Με συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ στο 50% η αδιευκρίνιστη ψήφος που προερχεται από το κυβερνών κόμμα φτάνει το 18% έναντι 4% της αδιευκρίνιστης ψήφου που προερχεται από ψηφοφόρους της ΝΔ.
Το βασικό και πάγιο επιχείρημα που προβάλλεται από την Κουμουνδούρου είναι ΄οτι ενώ η Νέα Δημοκρατία έχει «πιάσει ταβάνι», όπως υποστηρίζουν, όσον αφορά στην συσπείρωσή της, αντιθέτως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη περιθώρια ανάκαμψης, κυρίως από την δεξαμενή των αναποφάσιστων που προέρχονται από αυτόν και που είναι δεξαμενή μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των άλλων κομμάτων!
Αντίλογος στο επιχείρημα αυτό είναι ότι, σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις που έχουν προηγηθεί ψήφισαν και νεοδημοκράτες ψηφοφόροι τον ΣΥΡΙΖΑ, την πολιτική όμως του οποίου γνώρισαν στα τέσσερα σχεδόν χρόνια αριστερής διακυβέρνησης που ακολούθησαν. Οι ψηφοφόροι αυτοί αν συγκαταλέγονται στους αναποφάσιστους είναι ευκολότερο να επαναπατρισθούν στο κόμμα από το οποίο προέρχονται, μετά και την τραγική εμπειρία την οποία έζησαν με αριστερή διακυβέρνηση, ενώ έχουν την δυνατότητα να κάνουν και συγκρίσεις με την νεοδημοκφρατική διακυβέρνηση που εσφαλμένως την είχαν αποδοκιμάσει όπως αποδεικνύεται εν τη πράξει, τελικώς.
Τρία καθοριστικά στοιχεία
Σημαντικά στοιχεία που πρέπει να συνεκτιμηθούν στην όποια απόπειρα πρόβλεψης για την τελική κατεύθυνση των αναποφάσιστων –και πάντως στην εγκατάλειψη απο αυτούς του ΣΥΡΙΖΑ- είναι και τα εξής:
1.Τα τρισήμισυ χρόνια της αριστερής διακυβέρνησης που εφαρμοσε την ΄πιο σκληρή μνημονιακή πολιτική και που έχει πλήξει πρωτίστως την πολυπληθή μεσαία τάξη, δηλαδή την αστική τάξη. Πράγμα που σημαίνει ότι είναι πολύ μεγάλες οι πιθανότητες να είναι η ψήφος τους, ψήφος οργής. Και επομένως αποδοκιμασίας της κυβέρνησης.
2.Επί πλέον υπήρξε μία πολύ μεγάλη διάψευση προσδοκιών, διότι άλλα υποσχέθηκε και άλλα έκανε.
3.Η απόρριψη σε πολλές γεωγραφικές περιοχές της Επικράτειας από μεγάλο τμημα του πληθυσμού της πολιτικής που έχει εφαρμόσει η κυβέρνηση, διότι τις έθιξε.
Τι εννοούμε:
(α) στην Βορειο Ελλάδα ο εκεί πληθυσμός είναι έξαλλος με τον τρόπο με τον οποίο «έκλεισε» το Σκοπιανό, όταν μάλιστα στην ευρύτατη αυτή περιοχή θεωρούν ότι η δική τους ταυτότητα δόθηκε στους Σκοπιανούς. (β) στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου λόγω της πολιτικής της πρόθυμης κυβερνησης να εξυπηρετήσει τους Ευρωπαίους και ιδιαιτέρως το Βερολίνο. Μίας πολιτικής που έχει αλλιώσει την πληθυσμιακή σύνθεση των νησιών αυτών ενώ έχει ανατρέψει και τις οικονομικές, πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες εκεί.
(γ) στην Πελοπόννησο όπου ο πληθυσμός της διακρίνεται για τα εθνικοπατριωτικά χαρακτηριστικά του με αποτελεσμα να υπάρχει ταύτιση των απόψεων του πελοποννησιακού πληθυσμού ως προς την συμφωνία των Πρεσπών με αυτήν των κατοίκων της Βορείου Ελλάδας.
3.Η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ψηφίζει με λογική που δεν αποδέχεται ασταθείς κυβερνήσεις –γι’ αυτό άλλωστε έχει υπερισχύσει, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, συντελούντος και του εκλογικού συστήματος- η εναλλαγή δύο μεγάλων κομμάτων στην εξουσία ενώ σαρώνονται τα μικρότερα.
Αυτό σημαίνει ότι η λογική αυτή θα στρέψει τους αναποφάσιστους –οι οποίοι κατά κύριο λόγο προέρχονται από την εκλογική δεξαμενή του κυβερνώντος κόμματος- προς το δεύτερο μεγάλο κόμμα τη Νέα Δημοκρατία, προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες της πολιτικής σταθερότητας.
Άλλωστε θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στις μετακινήσεις ψηφοφόρων είναι σημαντικά μεγάλο το ποσοστό αυών που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ και μετακινούνται προς τη ΝΔ. Με δεδομένο λοιπόν ότι παρατηρείται μία τέτοια μεταστροφή μεταξύ αυτών που είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές, ευλόγως εκτιμάται ότι και οι εκ του ΣΥΡΙΖΑ προερχόμενοι αναποφάσιστοι, υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα θα δείξουν την ίδια συμπεριφορά. Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε είναι υψηλό το ποσοστό της συμμετοχής του ΣΥΡΙΖΑ στους αναποφάσιστους.
Κάτι βεβαίως που δεν έχει ακόμη διερευνηθεί από τις δημοσκοπήσεις- ίσως διότι το στοιχείο αυτό αξίζει να διερευνηθεί όσο πιο κοντά στον χρόνο των εκλογών- είναι ο προσδιορισμός της παράστασης νίκης μεταξύ των αναποφάσιστων και γενικώς αυτών που συνθέτουν την αδιευκρίνιστη ψήφο. Δηλαδή ενώ δηλώνουν αναποφάσιστοι ή ότι θα ρίξουν λευκό ή θα απόσχουν, ποιο θεωρούν ότι θα έλθει πρώτο κόμμα.
Το στοιχείο αυτό θεωρείται κρίσιμο –είχε μάλιστα διερευνηθεί τις παραμονές των εκλογών του 2004 όταν είχε εκλεγεί η ΝΔ- διότι το τμήμα αυτό του εκλογικού σώματος, θεωρείται ιδιαιτέρως σκεπτόμενο και με έντονη πολιτική συνείδηση.


