Η πόλη του φαινομενικού φωτός και του άπλετου σκότους

630
EPA

*Γράφει ο Χριστοφάκης-Σαρρής Σίμος 

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που οι μπρούτζινες  κρεμασμένες λάμπες γκαζιού σε σπίτια και καταστήματα στις κεντρικές  Παρισινές λεωφόρους χάριζαν απλόχερα στη πόλη που έχει τακτικό ραντεβού με βίαιες και αιματοβαμμένες συγκρούσεις  το όνομα, «Πόλη του Φωτός» . Το Παρίσι δε είναι μια απλή πόλη, είναι μια πληθώρα συναισθημάτων που απλώνεται σαν ένα τεράστιο πέπλο μυστηρίου. Κάτω από αυτό το πέπλο  χωρούν και κρύβονται τεχνηέντως τα όμορφα καφέ με τα φιλοτεχνημένα καδράκια με αισθητική belle époque των αρχών του περασμένου αιώνα, οι απαλές μελωδίες, οι καλλιτέχνες του δρόμου,  η Ντισνευλαντ ως παιδική φαντασίωση , οι χριστουγεννιάτικες βιτρίνες, τα επιβλητικά αναγεννησιακά κτήρια σε ρυθμούς μπαρόκ με τη ροκοκό διακόσμηση τους , η «αυλή των θαυμάτων» τις Κυριακές  μπροστά από τη Παναγία των Παρισίων, η υψηλή γαστρονομία, τα αποπνικτικά σοκάκια για τα οποία έχουν χυθεί τόνοι μελανιού από καταθλιπτικούς Γάλλους συγγραφείς , τα κιτρινισμένα αποκόμματα του Σάρτρ,  τα ανεξίτηλα σημάδια του Ναπολέοντα, αλλά και ένας τρομακτικός σοβινισμός που συνυπάρχει καταπληκτικά με την ψευδεπίγραφη έννοια της απελευθέρωσης και της υποκριτικής ανεκτικότητας, τα «ξεθωριασμένα» σοσιαλιστικά λάβαρα του Μάη του ’68 , οι φρικιαστικές πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις , οι  μη αφομοιωμένοι στη πλειονότητα τους αναλφάβητοι Μαγκρεμπιανοί με ύποπτες διαδρομές και άδηλους πόρους Γάλλοι πολίτες-φαντάσματα ενός κράτους που το φαινομενικό του φώς δεν αρκεί για να καλύψει το υπερχειλίζων σκοτάδι.

Το Παρίσι για όσους έχουμε τη τύχη ή την ατυχία να το ζήσουμε είναι ένα καζάνι που βράζει και ο ισχυρός κοχλασμός δε καλύπτεται με τίποτα κάτω από το χαλί, αυτή τη φορά  η εκτόνωση έλαβε χώρα με το κίνημα των κίτρινων γιλέκων οπού σχεδόν ένα μήνα μετά από όταν μας «πρωτοσυστήθηκε» αποτελεί άλυτο γρίφο τόσο για δημοσιογράφους και επικοινωνιολόγους, όσο και για τον ίδιο τον Εμανουέλ Μακρόν και το επιτελείο του . Είτε θέλουμε να το δεχτούμε, είτε όχι τα κίτρινα γιλέκα έκαναν μια ολόκληρη κυβέρνηση να αναδιπλωθεί και να οπισθοχωρήσει ατάκτως.

Οι εύκολες ερμηνείες  για ακροδεξιούς της Λεπέν και αριστερούς του Μελανσόν με ψήγματα απολιτίκ μπαχαλάκηδων μπορεί  να έχουν μια δόση αλήθειας, μα αδυνατούν να περιγράψουν τη μεγάλη εικόνα. Την εικόνα μια χώρας-μέλους της και συστατικού στοιχείου της Ε.Ε  της οποίας τα δημόσια ταμεία αιμορραγούν , οι επενδύσεις μειώνονται και οι κρατικοποιήσεις εταιρικών κολοσσών διαδέχονται η μια την άλλη και όλα αυτά ενορχηστρώνονται από ένα πρόεδρο ο οποίος παρουσιαζόταν ως ευαγγελιστής του Φιλελευθερισμού, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, των ανοιχτών αγορών , των μειωμένων φόρων και της δημιουργίας κινήτρων, αλλά και ενός κυρίαρχου κοινωνικού κράτους- αρωγού και συμπαραστάτη του κάθε Γάλλου πολίτη .

Ο «Μανού» χρήζεται επάξια ειδικότερα μετά το «πολυπόθητο» διάγγελμα  ως ο Γάλλος Τσίπρας, μετακινήθηκε αρκετά από την ιδεολογία του ακολουθώντας τον εύκολο δρόμο της φορομπηχτικής πολιτικής , επέλεξε να κυβερνά κρυπτόμενος , βασίστηκε σε μυστικές ατζέντες και μυστικοσυμβούλους και αρκέστηκε σε φθηνά επικοινωνιακά τρικ.  Η αύξηση 100 ευρώ στους χαμηλόμισθους και η υπόσχεση για κατάργηση αύξησης στις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης των συνταξιούχων αποτελούν μια ξεκάθαρη κοροϊδία και έναν δούρειο ίππο νέων φόρων προς το χαμηλόμισθο Γάλλο πολίτη, που καθημερινά έρχεται αντιμέτωπος με ένα δυσβάσταχτο κόστος ζωής,  είτε αυτό μεταφράζεται στις καθημερινές του υποχρεώσεις ως φορολογούμενος , είτε σε τιμές ενοικίων (για τους εργαζόμενους μη έχοντες κατοικία στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου έχουν μεταφερθεί με σκοπό να εργαστούν) , είτε στο καλάθι που θα καλύψει τις πρώτες και βασικές ανάγκες του νοικοκυριού μιας μικροαστικής οικογένειας.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του και με μόνο ελαφρυντικό τη ξεχαρβαλωμένη οικονομία που βρήκε από το καταστροφικό προκάτοχο του,  αποδείχτηκε πιο γερασμένος και δύσκαμπτός από τους περισσότερους τελευταίους προέδρους της Γαλλικής Δημοκρατίας, σε σημείο που σε κάνει να αναρωτιέσαι πόσο ηλίθιο είναι τελικά  να απαξιώνεις και να παροπλίζεις τις παλιοσειρές και να τις αντικαθιστάς με άνευρους κομψούς λιμοκοντόρους. Ο Μακρόν επέλεξε να κοιτά και να αφουγκράζεται έναν ολόκληρο λαό μέσα από τα παράθυρα του προεδρικού μεγάρου σα σύγχρονος Λουδοβίκος, η αλλοπρόσαλλη πολιτική του κυβίστηση και η απουσία βούλησης ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης επενδύσεων  δε θα ελαφρύνει ουσιαστικά το χαμηλόμισθο, μα θα αποτελέσει άλλο ένα καρφί πάνω στο κορμό ενός τρομακτικά κοστοβόρου κράτους.

*Ο Χριστοφάκης-Σαρρής Σίμος  είναι Νομικός και αρθρογράφος