Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Χωρίς κατάλληλες και αποτελεσματικές πολιτικές υπάρχει σοβαρός κίνδυνος επιδείνωσης των υφιστάμενων ανισοτήτων.
Από την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι την επεξεργασία γονιδίων, οι νέες τεχνολογίες παρουσιάζουν τεράστιες δυνατότητες βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων, αλλά μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα και αποκλεισμό, σύμφωνα με την σχετική έκθεση του ΟΗΕ που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Δευτέρα.
*Γράφει ο Απόστολος Σειρηνίδης
Η Παγκόσμια Οικονομική και Κοινωνική Έρευνα 2018 επικεντρώθηκε στο κατά πόσον οι τεχνολογίες αιχμής μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων του ΟΗΕ για το 2030, συμπεριλαμβανομένου του τερματισμού της ακραίας φτώχειας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της οικονομικής ανάπτυξης.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωσε ότι «οι τεχνολογίες αιχμής -από την αλληλουχία του DNA μέχρι την 3D εκτύπωση, από τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως τα βιοαποικοδομήσιμα πλαστικά, από την μηχανική μάθηση μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη- παρουσιάζουν τεράστιες δυνατότητες για την ατζέντα του 2030».
«Η υγεία και η μακροζωία, η ευημερία για όλους και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα είναι εφικτοί στόχοι, αν εκμεταλλευτούμε την πλήρη δυναμική αυτών των καινοτόμων τεχνολογιών», ανέφερε στον πρόλογο της έκθεσης. «Ωστόσο, οι ίδιες αυτές τεχνολογίες δημιουργούν επίσης και σοβαρές ανησυχίες».
Ο Γκουτέρες κάλεσε τις κυβερνήσεις να υιοθετήσουν πολιτικές που διασφαλίζουν ότι οι τεχνολογίες αιχμής «δεν είναι μόνο εμπορικά βιώσιμες αλλά και δίκαιες και ηθικές».
Ενώ οι πλουσιότερες ανεπτυγμένες χώρες εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες των νέων τεχνολογιών που μπορούν να βοηθήσουν στην εξάλειψη των ασθενειών και στην αυτοματοποίηση των χειρωνακτικών και επαναλαμβανόμενων εργασιών, η έκθεση αναφέρει ότι «πολλές αναπτυσσόμενες χώρες δεν έχουν ακόμη καρπωθεί πλήρως τα οφέλη των υφιστάμενων τεχνολογιών».
«Ένα μεγάλο τεχνολογικό χάσμα εξακολουθεί να υφίσταται», ανέφεραν οι ειδικοί των Ηνωμένων Εθνών, αναφερόμενοι σε πάνω από 1 δισεκατομμύριο ανθρώπους σε αναπτυσσόμενες χώρες που δεν έχουν πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια και άλλα 2,5 δισεκατομμύρια που αντιμετωπίζουν αδύναμες συνδέσεις και συχνές διακοπές ενέργειας.
Η έκθεση των 175 σελίδων αναφέρει ότι εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να εξαρτώνται από την «ανθρώπινη ή ζωική μυϊκή δύναμη» για την καλλιέργεια γης και άλλων μορφών παραγωγής και έχουν ελλιπή πρόσβαση στη σύγχρονη εκπαίδευση που είναι ζωτικής σημασίας για την υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών αιχμής.
Ταυτόχρονα, σύμφωνα πάντα με την έκθεση, οι αναπτυσσόμενες χώρες είχαν τη δυνατότητα να «μεταπηδήσουν» αμέσως σε ορισμένες νέες τεχνολογίες, για παράδειγμα, παρακάμπτοντας τα σταθερά τηλέφωνα και πηγαίνοντας απευθείας στα κινητά και παρακάμπτοντας τις ηλεκτρικές γραμμές πηγαίνοντας απευθείας στην ηλιακή ενέργεια.
Ωστόσο, «χωρίς ένα ελάχιστο επίπεδο εκπαίδευσης, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν οι ψηφιακές τεχνολογίες π.χ. για να αγοράσουν ή να πουλήσουν προϊόντα online, να προσφέρουν υπηρεσίες ή να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα, ακόμα και αν υπάρχουν οι απαιτούμενες συνδέσεις ηλεκτρισμού και Διαδικτύου».
Η έκθεση του Τμήματος Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών αναφέρει επίσης ότι η πρόοδος στον τομέα της αυτοματοποίησης, της μηχανικής μάθησης και της τεχνητής νοημοσύνης μετασχηματίζουν την αγορά εργασίας και προκαλούν πολλές απώλειες θέσεων εργασίας στις πλουσιότερες ανεπτυγμένες χώρες.
Παρόλο που η τεχνολογική πρόοδος είναι θεμελιώδους σημασίας για την επίτευξη των στόχων του ΟΗΕ για το 2030, «δεν υπάρχει εγγύηση ότι η πρόοδος αυτή θα ευθυγραμμιστεί με τις επιτακτικές ανάγκες της ανθρωπότητας: την εξάλειψη της φτώχειας και της πείνας, τη μείωση των ανισοτήτων, τη δημιουργία κοινής ευημερίας και την ενίσχυση της μάχης κατά της κλιματικής αλλαγής».
Για παράδειγμα, ανέφερε ότι τα ρομπότ που λειτουργούν με τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγής, αλλά μπορούν να προκαλέσουν σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας και έτσι να επηρεάσουν αρνητικά τον στόχο της προώθησης της κοινωνικής ισότητας.
Στην περίπτωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media), σύμφωνα με την έκθεση, οι στοχευμένες διαφημίσεις χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για να «χειραγωγήσουν το ανθρώπινο συναίσθημα και να εξαπλώσουν την παραπληροφόρηση, αλλά ακόμα και το μίσος».
Ενώ τα συστήματα λήψης αποφάσεων με τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να βελτιώσουν την πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες, «διατρέχουν επίσης τον κίνδυνο να ενισχύσουν τις υπάρχουσες προκαταλήψεις και διάφορες μορφές αποκλεισμού». Οι εμπειρογνώμονες των Ηνωμένων Εθνών ζήτησαν μεγαλύτερη διαφάνεια και περισσότερη υπευθυνότητα στις περιπτώσεις αποφάσεων που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη.
Τα συμπεράσματα της έκθεσης του ΟΗΕ έρχονται να επιβεβαιώσουν μια σειρά αντίστοιχων ερευνών και σύγχρονων απόψεων που εκφράζουν έντονο προβληματισμό σχετικά με το αν τα τεράστια οφέλη της «4ης Βιομηχανικής Επανάστασης» θα συμβάλουν στην μείωση των ανισοτήτων ή αν τελικά θα τις επιδεινώσουν με επιταχυνόμενο ρυθμό. Ο ρόλος των αποφάσεων σε επίπεδο πολιτικής και ηγεσίας μπορεί, αλλά και οφείλει να είναι η απάντηση σε αυτό διαφαινόμενο επικίνδυνο άνοιγμα της κοινωνικής και οικονομικής «ψαλίδας».
Αξίζει, εδώ, να αναφερθούμε και σε μια από τις τελευταίες τοποθετήσεις του μεγάλου φυσικού Στήβεν Χόκινγκ ο οποίος, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, σε ένα εμβληματικό κείμενο προειδοποιεί για τους καταστροφικούς κινδύνους των κοινωνικών ανισοτήτων και των περιβαλλοντικών προκλήσεων, καλώντας την παγκόσμια ελίτ να «μάθει να μοιράζεται περισσότερο» για την σωτηρία του είδους…
*Ο Απόστολος Σειρηνίδης είναι Digital Marketing Specialist


