Η Βασίλισσα Σίφνος

Την δυσκολότερη σεζόν μου την πέρασα στην Σίφνο, το καλοκαίρι του 2014. Και δεν ήταν καν μαγειρική. Ή, για να είμαι ακριβής, μισοήταν. Τον Φλεβάρη εκείνου του χρόνου χρειάστηκε να κάνω μια βαριά εγχείρηση, με αποτέλεσμα να μην πρέπει να έχω συνεχόμενη ορθοστασία ούτε να σηκώνω βάρη για ένα εξάμηνο. Έσκαγα. Έσκαγα στα αλήθεια. Θυμόμουν μια φίλη μου που την πρώτη χρονιά που ήταν να πάω στην Πάρο να δουλέψω μου είχε πει «Πρόσεξε, αν κάνεις την πρώτη σου σεζόν σε νησί, να ξέρεις  πως με το που θα μπαίνει ο Γενάρης, θα σκέφτεσαι πόσος καιρός μένει για να ξαναφύγεις για το νησί».  Και ήταν έτσι ακριβώς. Αντί να σκάω για την υγεία μου, έσκαγα που δεν μπορούσα να μπω σε κουζίνα, έσκαγα που δεν μπορούσα να περάσω το τετράμηνο μου στο νησί.

Στην Σίφνο πρωτοπήγα το 1986. Το ερωτεύθηκα το νησί, και για τα επόμενα τρία χρόνια, κόλλησα εκεί. Μετά αγάπησα, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, αποφάσισα να κρατήσω χωριστά τούτους τους δύο έρωτες. Και δεν ξαναπήγα στη Σίφνο ξανά, παρά το 2004, και μετά το 2006 κι από κει και πέρα, κατάφερνα και περνούσα τουλάχιστον σαράντα μέρες τον χρόνο, κάθε χρόνο, στο νησί. Ξεκινούσα με το Πάσχα, μετά τριήμερα και τετραήμερα τον Ιούνιο – Ιούλιο, για να καταλήξω εκεί για τρεις εβδομάδες τον Αύγουστο.

 

 

Καταλαβαίνεις  την χαρά μου, όταν οι φίλοι, οι οποίοι είχαν το ξενοδοχείο στο οποίο περνούσα τις διακοπές μου, μου πρότειναν εκεί μία μικρή δουλειά. Θα κρατούσα το μπαρ της πισίνας για έξι – εφτά ώρες, από το μεσημέρι ως το βράδυ. Θα έμενα στη θυμωνιά. Σαν πελάτισσα του ξενοδοχείου, παρακαλούσα για να μείνω εκεί. Οι θυμωνιές, μικρά μονόχωρα δωμάτια, που ήταν στην πραγματικότητα σπιτάκια, ήταν χαρακτηριστικές εκεί. Η συγκεκριμένη, όπως και το κτήμα στο οποίο ήταν χτισμένο το ξενοδοχείο, ήταν του Αριστομένη Προβελέγγιου, κι εγώ με την πετριά που έχω γενικά σαν γυναίκα, ένιωθα πως είχε τον αέρα και την ανάσα του. Και την λάτρευα. Κι όταν μπορούσα να μείνω εκεί, πέταγα τη σκούφια μου. Όπως έκανα κι όταν μου έδωσαν οι φίλοι μου τη δουλειά. Την οποία θεωρούσα πως ξέρω. Γιατί είχα περάσει εκατοντάδες ώρες να πίνω τον καφέ μου ή το ποτό μου σε αυτήν την πισίνα. Είχα και όρεξη να κάνω σνακς, να φτιάχνω ωραία γλυκά, να μιλώ με τον κόσμο, να φχαριστώ και να φχαριστιέμαι. Είχαμε καθισει και με τους πανδοχέες – έτσι τους λέγαμε χαϊδευτικά – κι είχαμε σχεδιάσει ένα ωραίο πρωινό, κι όλο αυτό το περίμενα με λαχτάρα. Το δε γεγονός πως θα μπορούσα να χρησιμοποιώ την κουζίνα του σπιτιούς τους για να μαγειρεύω το φαγητό μου, ήταν πολύ καθησυχαστικό, γιατί μου είναι απαραίτητη προϋπόθεση η δυνατότητα παρασκευής του φαγητού μου. Μπορεί να με πιάσει να τρώω έξω για μέρες, αλλά όταν θα θελήσω να βάλω κατσαρόλα, πρέπει να μπορώ. Αλλιώς μαραζώνω.

 

Όταν έφτασα στο νησί, εμφανίστηκε μία δεύτερη εργασία. Ένας φίλος εστιάτορας άλλαξε τα δεδομένα του εστιατορίου του. Και μετά απο δεκατρία ή δεκατέσσερα χρόνια, έπρεπε να λειτουργήσει με έναν άλλο τρόπο και ζήτησε τη βοήθεια μου στον σχεδιασμό της νέας κάρτας. Έκατσα λοιπόν με τον πανδοχέα μου, κατ’αρχήν, και συζήτησα την δεύτερη δουλειά μου. Η αποχή από την κουζίνα ήδη μου στοίχιζε.  Δεν χάρηκε. Δεν με σταμάτησε. Έτσι κι εγώ, έκατσα και σχεδίασα ένα κάπως διαφορετικό μενού για το εστιατοριο, κρατώντας τα πιάτα για τα οποία πήγαιναν και ξαναπήγαιναν οι πελάτες του, προσθέτοντας κάποια καινούργια, και κυριως, βάζοντας μέσα στο μενού αυτό που δεν είχε. Μαγειρευτά. Έτσι, τρεις – τεσσερις φορές την εβδομάδα, σηκωνόμουν το πρωί, φορούσα το μαγιώ μου, τα crocks της κουζίνας, ανέβαινα στην χώρα, έκανα τις κατσαρόλες του εστιατορίου και μετά πήγαινα για μπάνιο. Γύριζα στις τρεις το μεσημέρι, έκανα ντους, ετοιμαζόμουν, και στις τέσσερις ήμουν στην πισίνα. Τελείωνα το βράδυ κατά τις έντεκα, έκανα ένα ντους, φορούσα ένα ωραίο φόρεμα, κι ανέβαινα στο Στενό. Περνούσα από το  εστιατόριο, όπου κάτι πάντα χρειαζόταν να κάνω. Να καθίσω λίγο στο ταμείο. Να μπω να τσεκάρω την κουζίνα. Να απαντήσω σε μέηλ. Να φροντίσω τη σελίδα που είχα φτιάξει στο Facebook. Να κάνω μενού για έναν γάμο. Να βρίσκομαι εκεί, με κάποιον τρόπο.

Δε θα μπω – για την ώρα – σε άλλες περιγραφές της σεζόν μου στη Σίφνο. Είναι ένα κουτί που όταν ανοίγω, ακόμα με γρατζουνά. Θα σου πω μόνο πως σε αυτή τη σεζόν χρωστώ ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα της ζωής μου. Και πως για αυτό το μάθημα θα είμαι πάντα ευγνώμων τόσο στον τόπο, όσο και στους ανθρώπους που μου το έδωσαν.

Μπορείς να αγαπάς πολύ. Με βάθος και με πάθος. Να δεις ξεκάθαρα τι λείπει από την αγάπη σου, και πάλι να την επιλέξεις. Να, εγώ έτσι την αγάπησα την Σίφνο. Κι ας μου έλειπαν οι όμορφες παραλίες. Γιατί νερά μπορεί να έχει διαμάντια, αλλά όμορφες παραλίες, του γούστου μου, όχι πολλές. Κι αυτές που έχει, είναι πάντα γεμάτες με κόσμο. Και το Στενό το αγάπησα πολύ. Κι ας είχε μια κλεισούρα κι ας μου έλειπε ο ορίζοντας κι ας με έπιανε σχεδόν αγοραφοβία τον Αύγουστο που για να διασχίσεις 30 μέτρα ήθελες δέκα λεπτά να περνάς στριμωχτά ανάμεσα από κορμιά. Τα έβαλα στην άκρη, αυτά. Και της δόθηκα τόσο, που έψαξα να βρω ένα σπιτάκι να αγοράσω. Να την κάνω ακόμα πιο τόπο μου. Δεν τα κατάφερα. Της δούλεψα, μα δεν μπόρεσα σε καμία απο τις δύο περιπτώσεις να το κάνω ολόκληρα. Κι έτσι, αυτός ο τόπος μου έμαθε αυτό που οι σχέσεις  όλα αυτά τα χρόνια δεν κατάφεραν να με κάνουν να παραδεχτώ, κι ας το έβλεπα. Μου έμαθε πως μπορείς να αγαπάς, μα να μην ταιριάζεις. Μπορείς να έχεις την πρόθεση, μα όχι τις προϋποθέσεις. Μπορείς να λαχταράς, αλλά να μην μοιράζεσαι την ίδια λαχτάρα.  Μπορείς να αγαπιέσαι, μα όχι με τον τρόπο που εσύ έχεις ανάγκη. Μπορείς να πεισμώσεις και να επανέρχεσαι, ή μπορείς να το πάρεις απόφαση και να φύγεις.  Μπορείς να επιλέξεις μία αγάπη μικρότερη μα πιο ταιριαστή. Μπορείς να επιλέξεις εσένα. Η Σίφνος, μέσα μου, θα παραμείνει η Βασίλισσα που ένιωσα πως είναι την πρώτη φορά που, κοπέλα, πάτησα το πόδι μου εκεί. Η Βασίλισσα Σίφνος θα έχει στην καρδιά μου δυο κομμάτια. Εκείνο των υπέροχων αναμνήσεων της μεγάλης αγάπης, κι εκείνο της γρατζουνιάς. Θα την θαυμάζω για την αριστοκρατική της ομορφιά, για τον τρόπο που οι κάτοικοι της – μόνιμοι ή όχι, ντόπιοι ή έποικοι- την φροντίζουν και την βελτιώνουν. Θα λέω πάντα πως έχει το καλύτερο φαγητό σε ολόκληρες τις Κυκλάδες. Την Βασίλισσα Σίφνο θα την παρακολουθώ με αγάπη να μεγαλώνει και να απλώνεται. Θα την προτείνω, θα την συστήνω, θα μου λείπει. Κυρίως θα μου λείπει το φως της. Μα στην αυλή της, δε θα ξαναβρεθώ.  Και θα έρθει η ώρα, που θα σου πω όλη την ιστορία.