Καλωσόρισες κόσμε (προσωπική μαρτυρία) – Γράφει η Αλίκη Τσίκα

Καλωσόρισες στον κόσμο είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι όταν στο δίνουν αγκαλιά αμέσως αφότου έχει βγει από μέσα σου. Μετά νιώθεις μια απίστευτη ανακούφιση, χάνεις λίγο την αίσθηση του χώρου, του χρόνου, του κόσμου γενικότερα. Ξεχνάς για λίγο ότι βρίσκεσαι μέσα σε ένα ψυχρό χειρουργείο και αναρωτιέσαι πώς στο καλό το κουβάλαγες αυτό το πλάσμα τόσο καιρό και αν θα τα βγάλεις πέρα με αυτό το τόσο δα ανθρωπάκι που καλά καλά δεν ξέρεις πώς να το πιάσεις για να μην σπάσει.

Της Αλίκης Τσίκα

Τα ξεχνάς όλα; Τα δύσκολα της εγκυμοσύνης ή τα δύσκολα γενικά; Όχι αλλά λες ότι άξιζαν τον κόπο. Λες δε βαριέσαι, μπροστά σε εσένα δεν μετράνε. Και μετά λες άντε να βγω από εδώ, να σε πάρουμε σπίτι, να σε πάρουμε αγκαλιές, να σε δούμε να γελάς, να μεγαλώνεις.

Αλλά έλα που δεν βγαίνεις αμέσως. Έλα που πρέπει να κάτσεις εκεί μέσα. Σε βγάζουν από το χειρουργείο και πας στην ανάνηψη και λες εντάξει, τα περάσαμε τα δύσκολα. Μπα. Πας στο δωματιο και λες έλα μωρέ τώρα θα ηρεμήσω λίγο θα το πάρω αγκαλιά και είμαστε μια χαρά. Ναι ναι αμέ. Λίγο μόλις περάσει η επήρεια της νάρκωσης σε πιάνει ένας πόνος λες και σου κάνουν χαρακίρι δέκα σαμουράι μαζί. Καλείς τις νοσοκόμες αλλά νοσοκόμες γιόκ, λόγω περικοπών προσωπικού. Λες θα έρθουν δεν μπορεί, περνάνε όμως σχεδόν τρεις ώρες για να έρθουν και μιας και είσαι ανήμπορη να σηκωθείς από το κρεβάτι για να βγεις να τις πιάσεις από το μαλλί για να σου φέρουν παυσίπονο, απλά κάθεσαι και περιμένεις το παυσίπονο σαν την εξιλέωση.

Η επόμενη μέρα σε βρίσκει καλύτερα είναι η αλήθεια και αν είσαι και λίγο λοξή σαν και εμένα, σηκώνεσαι με το έτσι θέλω (όχι μόνη σου είναι η αλήθεια, ο ήρωας σύζυγος τα τραβάει να σε πηγαινοφέρνει) για να καπνίσεις ένα τσιγάρο μετά από καιρό και να πιεις καφέ από τα αξημέρωτα σαν τον ναρκομανή. Και κάπως έτσι πέρασαν οι μέρες στο πάνω κάτω στο κυλικείο και φτάνει η στιγμή που παίρνεις το θησαυρό και πας σπίτι σου. Με το που περνάς την πόρτα ένα ουφ ανακούφισης βγαίνει αυθόρμητα από μέσα σου που επιτέλους έφτασες σπίτι σου, έκανες ένα ανθρώπινο μπάνιο, έβαλες τα ωραία καθαρά σου ρούχα, πήρες μια μεγάλη αγκαλιά τον άνθρωπο σου και τους γονείς σου και χαπακώθηκες σαν να μην υπάρχει αύριο για να περάσει ο πόνος, που βέβαια μετά από 5-6 μέρες ούτε που τον νιώθεις καν.

Και πας στο θησαυρό – νεογέννητο και το κοιτάμε όπως θα κοίταγε ο άνθρωπος του νεάντερταλ τους ουρανοξύστες στη Νέα Υόρκη. Τι είναι τώρα τούτο; Τι το κάνουμε; Από πού το πιάνουμε; Γιατί δεν έχει οδηγίες χρήσης Παναγία μου; Κουνιέται, αγχώνεσαι. Αναπνέει, αγχώνεσαι. Βγάζει ήχους, αγχώνεσαι. Δεν βγάζει πάλι αγχώνεσαι.

Αγχώνεσαι ότι θα το πνίξεις την ώρα που το ταΐζεις γιατί δεν ξέρεις ούτε πώς κρατάνε το μπιμπερό, ούτε αν είναι στη σωστή γωνία, ούτε αν χόρτασε και βγάζει και αυτούς τους ήχους και λες αυτό ήταν τώρα το έπνιξα. Το ίδιο και στο μπάνιο. Τι θερμοκρασία θα έχει το νερό, και πώς το κρατάω κάτω από τη βρύση και πόσο νερό θα ρίξω και αν μου γλιστρήσει; Την πάνα πώς ακριβώς τη βάζουμε και τα αυτοκόλλητα κόλλησαν καλά; Χμμμμ στην αρχή μάλλον όχι αφού έχει κατουρηθεί το σύμπαν μαζί με το μωρό αλλά δεν βαριέσαι την επόμενη φορά. Και σε όλα αυτά βάλε και την κούραση που πηγαινοέρχεσαι σαν τον κάσπερ πάνω κάτω όλη μέρα και δεν ξέρεις για τι να πρωτοαγχωθείς και πού να γύρεις έστω λίγο το κορμί σου.

Περνάνε όμως οι μέρες και όλα αυτά που στην αρχή τα έβλεπες σαν βουνό, γίνονται αυτόματες κινήσεις. Και ακόμα και οι ήχοι που βγάζουν σιγά σιγά αρχίζεις να τους αναγνωρίζεις και να γυρίζεις και πλευρό τη νύχτα αγνοώντας τους. Και αυτό ανοίγει τα μάτια του και σε κοιτάει γεμάτο απορία και λιώνεις ολόκληρος καθώς το κοιτάς με τις ώρες σαν ηλίθιος, μέχρι που καταλαβαίνεις ότι έχεις πιαστεί όρθιος να το κοιτάς και πας να κάνεις ένα διάλειμμα μέχρι το επόμενο χάζι.

Και ενώ όντως τα περισσότερα βραδιά νιώθεις πιο εξαντλημένος και από την εξάντληση, την ώρα που κάθεσαι στον καναπέ για να αράξεις λίγο, χαμογελάς μόνος σου και λες «καλωσόρισες κόσμε».