Η Ντορίν Μπόγκνταν-Μάρτιν πρώτη γυναίκα που εξελέγη επικεφαλής του οργανισμού τηλεπικοινωνιών του ΟΗΕ

Η Αμερικανίδα Ντορίν Μπόγκνταν-Μάρτιν έγινε σήμερα η πρώτη γυναίκα που εξελέγη επικεφαλής του οργανισμού τηλεπικοινωνιών του ΟΗΕ, κερδίζοντας στην ψηφοφορία με μεγάλη διαφορά τον Ρώσο αντίπαλό της.

Με 139 ψήφους υπέρ, έναντι 25 για τον Ρώσο, θα διαδεχθεί, το επόμενο έτος, τον Κινέζο Χουλίν Ζιάο ως επικεφαλής της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU), σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας που διεξήχθη στο Βουκουρέστι.

Ιδρυθείς στο Παρίσι το 1865 ως Διεθνής Τηλεγραφική Ένωση, ο οργανισμός, που είναι ενσωματωμένος στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών από το 1949, φέρει την παρούσα επωνυμία του από το 1932.

“Σήμερα γράψαμε Ιστορία. Έπειτα από 157 χρόνια, σπάσαμε τη ‘γυάλινη οροφή'”, δήλωσε η Μπόγκνταν-Μάρτιν, ενώπιον των αντιπροσώπων των χωρών μελών.

Η ITU καθορίζει τους παγκόσμιους κανόνες τόσο για την κινητή τηλεφωνία όσο για την τηλεόραση ή το ίντερνετ.

Η εκλογή διεξήχθη με μυστική ψηφοφορία. Μέχρι τώρα διευθύντρια ανάπτυξης τηλεπικοινωνιών της ITU, η υποψήφια της Ουάσινγκτον θεωρείτο φαβορί για τη θέση.

Στην διάρκεια της εκστρατείας, προέβαλε τη βούλησή της να επιτύχει καθολική συνδεσιμότητα. Ο αντίπαλός της, ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Τηλεπικοινωνιών της Ρωσίας Ρασίντ Ισμαΐλοφ, ανέδειξε από την πλευρά του την επιθυμία του να εξανθρωπίσει την τεχνολογική ανάπτυξη μάλλον παρά να επικεντρωθεί μόνο στη διεύρυνσή της.

Μετά την εκλογή της η Αμερικανίδα εκφώνησε μια ενωτική ομιλία.

“Επιδιώκουμε την ενότητα”, είπε για την ITU.

“Η επιτυχία μας εξαρτάται από την ένωση των προσπαθειών μας. Η ITU είναι μια ένωση, μια ένωση των μελών της (…) Και μαζί είμαστε ενωμένοι, είμαστε ενωμένοι στο πνεύμα και στην πεποίθησή μας ότι μπορούμε να δουλέψουμε συλλογικά για να κάνουμε έναν κόσμο καλύτερα συνδεδεμένο.”

Στην επιστολή για την υποψηφιότητά της, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν είχε υπογραμμίσει πως αυτή η εκλογή “είναι μια απόλυτη προτεραιότητα για τις Ηνωμένες Πολιτείες”.

Αυτή η αναμέτρηση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία δεν συνδεόταν άμεσα με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όμως η εισβολή ήταν παρούσα στο μυαλό όλων.