Αύριο, το άλλο πρόσωπο του ποτέ

Χωρίς πρόσωπο

2546

“ Αύριο λες, και μέσα σ’ αυτή τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο το πελώριο ποτέ.” Τάσος Λειβαδίτης

Γράφει η Μαρία Ε. Δημητρίου

Πόσες φορές δεν είπες , αύριο , μια άλλη φορά και προσπέρασες . Τον ενεστώτα το μετέτρεψες σε χρόνο μελλοντικό σαν σχολική άσκηση, βάζοντας μπροστά ένα θα , έτσι γενικά και αόριστα γιατί το τώρα το έπαιζες σιγουράκι και το αύριο λειτούργησε σαν γητευτής των προσδοκιών σου .

Πόσες φορές δεν ακύρωσες ένα ραντεβού, μια συνάντηση με φίλους, μια έξοδο τέλος πάντων που θα κατέληγε σε μια ανθρώπινη επικοινωνία, μεταφέροντας την εν ευθέτω χρόνω.
Πόσες φορές δεν αποσιώπησες αυτό που ήθελες να πεις , σ’ αυτούς που θα ήθελες, με την προσδοκία μιας καλύτερης στιγμής, όταν οι συνθήκες θα είναι πιο ευνοϊκές, ελπίζοντας ότι οι πιθανότητες θα είναι μαζί σου όπως εύχονταν στους διαγωνιζόμενους στους “ Αγώνες Πείνας ” της Σουζάν Κόλινς.
Κι όλο φλερτάρεις με εκείνο το μάθημα χορού και όλο το γυροφέρνεις αλλά δε το καταλήγεις ποτέ σε σχέση και το ποδήλατο παρόλο που αγόρασες και το κράνος και τη στολή, τελικά το ακούμπησες σε ένα τοίχο και το έκανες ντεκόρ μοντέρνας τέχνης ένα πράγμα, ε κάποια στιγμή θα πάρουν κι αυτά τη σειρά τους, γιατί να βιαζόμαστε.

Ίσως κάποιες φορές δεν έπαιξες με τα παιδιά σου, δε βγήκες μαζί τους βόλτα στο πάρκο, δε συγκατένευσες στη στιγμιαία τους παρόρμηση για το οτιδήποτε, δίνοντας τους υποσχετική αορίστου χρόνου. Γιατί έχεις μέσα σου τη σιγουριά ότι εκείνο το παγωτό θα το φάτε μια άλλη μέρα, το αγαπημένο του συγκρότημα θα ξανακάνει συναυλία και το επόμενο καλοκαίρι , εκείνο το τρίποντο θα το δείτε σε έναν άλλο αγώνα, άλλωστε έχετε όλο τον καιρό μπροστά σας και εκείνη η βόλτα στον κήπο για να ταίσετε τις πάπιες , που θα πάει, θα γίνει κι αυτή, άλλωστε όσο πιο μεγάλο είναι, τόσο το καλύτερο, να το θυμάται κιόλας μην πηγαίνουμε και άδικα, γιατί τα παιδιά λένε μετά τα τρία αρχίζουν να έχουν αναμνήσεις ….

Αύριο λες και γίνεται αυτό το αύριο αυτοσκοπός, καμιά φορά και άλλοθι της δικής μας αναβλητικότητας. Είναι κι αυτή η λανθασμένη πεποίθηση ότι θα έχουμε πάντα τα αποθέματα χρόνου στο συρτάρι μας, ότι θα έχουμε τους ανθρώπους μας δίπλα να μας περιμένουν, ότι όλα θα είναι στην ίδια κατάσταση και απλά εμείς θα μεταφέρουμε αυτή τη στιγμή με όλα τα συμπράγκαλα της στον επόμενο τόνο, θα εξακολουθήσουμε να είμαστε οι σκηνοθέτες της δικής μας παράστασης όπως την έχουμε φανταστεί με τους ίδιους πρωταγωνιστές.
Ίσως γιατί ενδόμυχα θέλουμε να πιστεύουμε ότι η ζωή είναι μια φωτογραφία που θα παραμείνει αναλλοίωτη, στατική, ένα στοπ καρέ .

Και έρχεται ένα τυχαίο γεγονός να σε ξεβολέψει, να σε βάλει στις σωστές σου διαστάσεις, του τι ορίζεις, ποια είναι τα περιθώρια σου και να σου αποκαλύψει με τραγικό τρόπο ότι δεν τα ελέγχεις όλα, στην ουσία δεν ελέγχεις τίποτα και να σε κάνει να νιώσεις μικρός και αδύναμος. Γιατί έμαθες να πιστεύεις ότι είσαι ο κύριος των πάντων, ότι τα έχεις τακτοποιήσει όλα σε κουτάκια, ότι δάμασες τη φύση και τα στοιχειά της και τώρα μπορείς να επεκταθείς και σε άλλους πλανήτες. Τη φωτιά και το νερό τα μετέτρεψες σε ενέργεια για να δημιουργήσεις τον πολιτισμό και πίστεψες ότι αυτά τα δύο άλογα τα είχες καλά δεμένα στο άρμα σου ότι έγιναν υπάκουα και θα τα σέρνεις όπου και όπως θες εσύ. Ήρθε όμως η φωτιά στην Παναγία των Παρισίων τον Μητροπολιτικό ναό της πόλης να καθηλώσει το παγκόσμιο, να γειώσει όσους πιστεύουν ότι στη ζωή υπάρχουν σταθερές, ότι η φθορά δεν αγγίζει τα σύμβολα , ότι η ύλη όποια μορφή κι αν έχει θα υπάρχει για πάντα .

Οι Γάλλοι γονατισμένοι έξω από τη δική τους Νοτρ Νταμ έψελναν δακρυσμένοι, σοκαρισμένοι θα έλεγες, αυτή η απώλεια στα μάτια τους φάνταζε παράλογη, αδιανόητη. Θρηνούσαν για την εκκλησιά τους που καιγόταν, αλλά ταυτόχρονα θρηνούσαν γιατί αυτή η εικόνα λειτουργούσε σαν καθρέφτης και μέσα στην αντανάκλαση του έβλεπαν το δικό τους εαυτό. Ήταν οι δικές τους αναμνήσεις που καίγονταν ήταν το δικό τους αύριο που θα ήταν αδειανό χωρίς την παρουσία της δική τους Παναγιάς. Ήταν η συνειδητοποίηση ότι δεν είσαι για πάντα ….

Είναι κάποια πράγματα που λειτουργούν ως σημεία αναφοράς. Που τα θεωρείς αδιαπραγμάτευτα όπως ο δικός μας Παρθενώνας, δε σου περνά ποτέ από το μυαλό ότι θα βρίσκεσαι στο κέντρο της Αθήνας και θα σηκώσεις το κεφάλι και δε θα αντικρίσεις την Ακρόπολη. Το θεωρείς εκ των ων ουκ ανευ, κι ας μην την έχεις επισκεφτεί ποτέ, ή αν το έχεις κάνει προ αμνημονεύτων χρόνων, από τότε που σε πήγαν με το σχολείο υποχρεωτικά . Το θεωρείς τόσο δεδομένο ότι θα υπάρχει και αύριο και πάντα, είσαι τόσο σίγουρος ότι θα είναι εκεί να σε περιμένει όταν εσύ αποφασίσεις να κάνεις το βήμα.
Δε σκέφτεσαι ότι κάθε φορά που λες αύριο, παίζει στη ρουλέτα να σου βγει το ποτέ, και όμως εξακολουθείς να ρίχνεις εκεί όλα τα λεφτά σου, γιατί το έχεις πασπαλίσει με τη χρυσόσκονη της αιωνιότητας.

Αφορμή γι αυτές τις σκέψεις μου έδωσε μια φίλη, του φέης , που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στο Παρίσι και έγραψε στο λογαριασμό της “ ζητώ συγγνώμη από το παιδί μου που δεν το πήγα να επισκεφτεί την Παναγία των Παρισίων γιατί είχε μεγάλη ουρά , έλεγα να το κάνουμε μια άλλη φορά …”