Του Ασώτου

Χωρίς πρόσωπο

3753

Χρόνια ζούσε μόνος , εγκαταλειμμένος , στο περιθώριο μιας ζωής, που επέλεξε να ακυρώσει με τις λανθασμένες του επιλογές . Από μεγάλη οικογένεια και αθροιστικά και ποιοτικά . ΄Εξι αδέλφια και ο πατέρας του δήμαρχος σε μεγάλο δήμο στην επαρχία . Με τα σχολεία του , τα ιδιαίτερα , τις εκδρομές και τα εξωσχολικά του . Τίποτα δεν του έλειψε . Δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια τι έφταιξε .

*Γράφει η Μαρία Ε.Δημητρίου

Κι ας το έψαξε πολλές φορές τις ώρες της μεγάλης του μοναξιάς .
Από αγάπη πήρε μπόλικη , ίσως και σε μεγαλύτερη δοσολογία από αυτήν που θα μπορούσε να αντέξει ο οργανισμός του . Όμως δε λένε ότι από αγάπη δεν πέθανε κανείς, μόνο από την έλλειψη της ; Μπορεί βέβαια η περίπτωση του να ήταν η εξαίρεση . Σε κάθε κανόνα δεν υπάρχουν οι εξαίρεσεις ; Ε, αυτός έτυχε να είναι εκείνο το μηδέν κόμμα κάτι, τοις εκατό . Εκείνα τα ψιλά που εμποδίζουν το απόλυτο εκατό , και τελικά η αγάπη ίσως και να μπορεί να σε σκοτώσει, αν δεν την φιλτράρεις σωστά, να πέσει πάνω σου σαν χιονοστιβάδα και να σε πλακώσει.

Για τον πατέρα του ήταν ο μοναχογιός, ο πρωτότοκος, ο συνεχιστής του ονόματος και γιατί όχι και κληρονόμος του αξιώματος του, για τη μητέρα του ήταν ο αγαπημένος , αυτός που της έδωσε πρώτος τη χαρά της μητρότητας . Οι αδελφές του τον λάτρευαν . Όμως κι αυτός τους είχε αδυναμία . Δεν τις ξεχώριζε , πως θα μπορούσε άλλωστε , ένα τσούρμο κοριτσόπουλα που τον έβλεπαν σαν θεό τους .

Και δεν τους χαλούσε χατήρι ποτέ . “ Κωνσταντίνε, το κομπιούτερ μου φώναζε η μία, η οθόνη τρεμοπαίζει, Κωνσταντίνε το κινητό μου φώναζε η άλλη, δεν ακούω όταν με καλούν, κάτι παίζει με τα ηχεία . ” Κι αυτός έτρεχε ως άλλη οδική βοήθεια να προσφέρει τις υπηρεσίες του . Μέχρι και ξύλο είχε παίξει με κάποιους που παρενοχλούσαν τη Βίκη τη μεσαία και πιο όμορφη. Και τα κορίτσια έκαναν ουρές για να παρακολουθήσουν έναν αγώνα του. Να πανηγυρίσουν μαζί του εκείνα τα ανάποδα τρίποντα που μόνο εκείνος ήξερε να πετυχαίνει.

Ήταν πράγματι τυχερός. Και ότι ζητούσε το είχε, κι αν δεν το είχε το έπαιρνε από μόνος του. Ίσως εκεί κρυβόταν το κλειδί . Ότι ήθελε πάντα να γίνεται αυτό που είχε στο μυαλό του . Σωστό ή λάθος δεν είχε σημασία . Ήξερε ότι πίσω είχε την κάλυψη της εξουσίας.
Τη δύναμη του πατέρα . Αυτό δεν του έλεγε πάντα ; Εγώ είμαι εδώ για σένα. Μόνο που ο πατέρας του ίσως να το εννούσε διαφορετικά. Ίσως εκείνος να το καταλάβαινε αλλιώς. Σημασία είχε ότι πάντα την έβγαζε καθαρή, στη χειρότερη με μια ελαφρά επίπληξη, όπως εκείνη τη φορά που τους κατηγόρησε μια συμμαθήτρια τους για βιασμό… Θράσος όμως που το είχε να τους κατηγορήσει, αφού την είχαν προειδοποιήσει ότι αν το έκανε θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα μαζί τους.Και είχε. Μέσα σε δύο μήνες εκείνη και η οικογένεια της έφυγαν από την πόλη . Φρόντισε γι αυτό ο πατέρας του.

Ώσπου έγινε το κακό , ξαφνικά και αναπάντεχα . Γυρνούσε από ένα πάρτυ με δύο φίλους του. Με αυτούς που έκαναν μαζί όλα τα παιχνιδίσματα,όπως έλεγαν συνθηματικά τις παρανομίες τους . Είχε πάρει το αυτοκίνητο του πατέρα του, κρυφά, δεν είχε ακόμα άδεια . Είχανε πιει και οι τρεις, την άλλη μέρα είχαν αγώνα, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε, τα νιάτα δεν υπολογίζουν από όρια κι αυτός που οδηγούσε είχε πιει περισσότερο . Όπως φαίνεται και ο απέναντι είχε βγει από κάποιο νυχτερινό κέντρο. Στο αίμα όλων είχαν βρει αλκοόλ σε τιμές χρηματιστηρίου εκείνης της εποχής . Όλοι νεκροί εκτός από τον ίδιο .
Στη δίκη κατάφερε ο πατέρας του και τον έβγαλε λάδι , τα ρίξανε όλα στο άλλο παλικάρι το νεκρό. Δεν το άντεξε . Κάθε που έπεφτε να κοιμηθεί τους έβλεπε όλους μπροστά του, στο τέλος κατάντησε να τους βλέπει και στον ξύπνιο του . Δε το άντεχε. Άρχισε να παίρνει φάρμακα, αλλά και πάλι τίποτα . Η μητέρα του έσβησε μια μέρα στον ύπνο της, από τον καημό της είπαν κάποιοι, . Αυτός που της είχε δώσει τη χαρά της ζωής, της έδωσε και την πίκρα του θανάτου, έτσι το εισέπραξε, έτσι αποκωδικοποίησε την αποχώρηση της.

Ο πατέρας του δεν ξαναβγήκε δήμαρχος, πως θα μπορούσε άλλωστε.
Κι οι αδελφές του τυλίχτηκαν το αόρατο σεντόνι της θλίψης . Γέλιο δεν ξανακούστηκε στο σπίτι τους . Κι ύστερα μία μία έφευγαν , σιωπηλά , μόλις έφταναν τα δεκαοκτώ, σαν αερικά που χάνονταν για πάντα, με μια βαλίτσα στο χέρι. Η απουσία τους καταγραφόταν με ένα πιάτο λιγότερο κάθε φορά στο τραπέζι . Ώσπου έμεινε αυτός και ο πατέρας του κι η γυναίκα που τους φρόντιζε . Δύο ερείπια . Βουβοί όπως κι όλο το σπίτι.

Στην πόλη δεν έβγαινε πια. Κι αν έβγαινε καμιά φορά , ένιωθε τα βλέμματα όλων καρφωμένα επάνω του . Και τα λόγια τους χαμηλόφωνα, αλλά σε ένταση ικανή για να φτάσουν στα αυτιά του, γίνονταν γάντζοι και του ξέσχιζαν το μέσα του .
“ Κρίμα , χαράμισε τη ζωή του και τη ζωή των άλλων, πως αντέχουν οι γονείς των παιδιών να τον βλέπουν να κυκλοφορεί ενώ τα παιδιά τους είναι στο χώμα ..”
Ήταν αυτός ο φόβος που τον οδηγήσε τελικά να φύγει μακριά. Φόβο που τον έσπρωχνε κάθε φορά πιο μακριά και δεν τον άφησε να γυρίσει πίσω ποτέ .

Την είδε στη Αθήνα μια μέρα, την αναγνώρισε αμέσως κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια. Εκείνος καθόταν στο δρόμο με το πιατάκι του μπροστά, μισογεμάτο νομίσματα. Σταμάτησε μπροστά του . Από το χέρι κρατούσε το κοριτσάκι της. Ήταν όμορφο όπως κι εκείνη. Του άφησαν κάτι ψιλά και χωρίς να τον κοιτάξουν έφυγαν.

Δεν έμαθε ποτέ του ότι αυτό το κοριτσάκι μπορεί να ήταν και κόρη του. Όπως το κοριτσάκι δεν έμαθε ποτέ ότι η γέννηση της ήταν αποτέλεσμα ομαδικού βιασμού της μητέρας της .
Τα βράδια ζει με τις ενοχές του . Δεν έχει ποιον να κατηγορήσει και από ποιον να ζητήσει συγχώρεση. Χωρίς να το ξέρει όμως κάποιος τον έχει συγχωρέσει . Εκείνη που μετά από τον όλεθρο που προκάλεσαν στο κορμί και την ψυχή της , βρήκε τη δύναμη να δώσει ζωή και αγάπη, να προχωρήσει και να γίνει περισσότερο άνθρωπος .