H.G. WELLS – ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

1225

*Του Κώστα Κωτούλα

Ο Herbert George Wells γεννήθηκε Άγγλος το 1866. Τέκνο της θαυμαστής εποχής της προόδου της Ανθρωπότητας (όπως αυτή συνέβαινε τότε στους Άγγλους από τη μεσαία τάξη και πάνω), είχε όλες τις προοπτικές να ασχοληθεί με τις τέχνες.

Αναζητώντας κανείς στοιχεία της βιογραφίας του, πέφτει σε μια σειρά συμπτώσεων. Νεαρός ακόμη, ο Wells μαθήτευσε δίπλα σε έναν υφασματέμπορα (draper –και κάποιοι αναπόφευκτα μπορεί να θυμηθούν την ψευδο-ιδιότητα με την οποία ο Ιρλανδός Jonathan Swift ενάμιση αιώνα νωρίτερα υπέγραφε τα Drapier’s Letters κόντρα στο Στέμμα της Αγγλίας). Αργότερα, ο Wells σπούδασε στο Normal School of Science υπό τον ζωολόγο T. H. Huxley (παππού ενός άλλου μεγάλου Huxley, του Aldous, ο οποίος μισόν αιώνα αργότερα θα συγκλόνιζε τον κόσμο με τα έργα του). Επίσης ο Wells ήταν από νέος σοσιαλιστής –ανήκε μάλιστα σε εκείνη τη σέχτα του σοσιαλισμού που σήμερα προσιδιάζει σε αυτό που κατ’ ευφημισμό αποκαλούμε «σοσιαλδημοκρατία».

Με όλο αυτό το υπόβαθρο συμπτώσεων, δε μπορεί να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο βασικός (αλλά όχι ο μοναδικός) τομέας στον οποίο αφιέρωσε τα έργα του ο Wells ήταν αυτός της Λογοτεχνίας του Φανταστικού.

Πριν όμως καταπιαστεί με τη συγγραφή, και προκειμένου να μπορέσει να σπουδάσει, ο Wells καταπιάστηκε με αρκετές δουλειές, πέραν το μαθητευόμενου υφασματέμπορα: μαθητευόμενος δάσκαλος, βοηθός φαρμακείου, υπάλληλος εμπορικού (πάλι υφάσματα πουλούσε), ξανά μαθητευόμενος δάσκαλος, ένας κύκλος ή ένα μπρος-πίσω στο χρόνο.

Τις σπουδές του δεν τις τελείωσε. Ασχολήθηκε περισσότερο με το διάβασμα λογοτεχνίας παρά επιστημών. Και ασχολήθηκε περισσότερο με την πολιτική παρά με τις σπουδές. Έτσι, αφού παράτησε το Πανεπιστήμιο, έγινε δάσκαλος στο Λονδίνο. Παράλληλα, έγραφε: κείμενα δημοσιογραφικού ύφους, σχετικά με την εκπαίδευση, σχετικά με τη βιολογία, αλλά και αμιγώς δημοσιογραφικά. Είχε αναλάβει την επιμέλεια και μιας περιοδικής έκδοσης (University Correspondent).

Όταν, στα 1893, ο Wells αναγκάστηκε για λόγους υγείας να σταματήσει τη διδασκαλία, αποφάσισε να στηριχθεί για το βιοπορισμό του (το δικό του και της συζύγου του) αποκλειστικά στη συγγραφή. Από τότε και μετά έγραφε αδιάκοπα μέχρι και το θάνατό του.

Το 1895 κυκλοφορεί τη χρονομηχανή του (The Time Machine). Το κοινό ενθουσιάζεται. Ακολουθούν άλλες επιτυχίες, σχεδόν μία ανά χρόνο: το Νησί του Δόκτορος Μορώ (The Island of Doctor Moreau), ο Αόρατος Άνθρωπος (The Invisible Man), ο Πόλεμος των Κόσμων (War of the Worlds), οι Πρώτοι Άνθρωποι στη Σελήνη (The First Men in the Moon). Τα έργα του χαρακτηρίστηκαν ως «επιστημονικά (scientific) μυθιστορήματα», ίσως δίνοντας εμμέσως  το όνομα του είδους της Επιστημονικής Φαντασίας. Μαζί, πλήθος σύντομων ιστοριών.

Με το πέρασμα του χρόνου, και την αφαίρεση των αμιγώς φανταστικών στοιχείων από τα έργα του, αυτό που απέμενε ήταν τα έργα ενός Λογοτέχνη – Προφήτη: προβλέψεις για την εξέλιξη της κοινωνίας και των δομών της, για τεχνολογικά επιτεύγματα, για επιστημονικές προόδους. Και μιλάμε για προβλέψεις, όχι για φαντασία. Αποδίδεται στον Ιούλιο Βερν το ακόλουθο σχόλιο για τον H. G. Wells: «Τον θεωρώ ως έναν συγγραφέα του αμιγώς φανταστικού, ο οποίος δικαιούται επαίνων, ωστόσο οι μέθοδοί μας είναι εντελώς διαφορετικές. Εγώ προσπαθούσα πάντοτε στα μυθιστορήματά μου να στηρίζω τις εφευρέσεις σε βάση πραγματικών γεγονότων και να χρησιμοποιώ στην κατασκευή τους μεθόδους και υλικά που να μη βρίσκονται εντελώς έξω από το πλαίσιο της σύγχρονης γνώσης και εξειδίκευσης των μηχανικών. Τα δημιουργήματα του κυρίου Wells από την άλλη, ανήκουν χωρίς αμφιβολία σε μια εποχή και σε ένα βαθμό επιστημονικής γνώσης η οποία πόρρω απέχει από το παρόν, αν και δε θα έλεγα ότι βρίσκεται και εντελώς εκτός των ορίων του πιθανού». Ακόμα και σε αυτόν τον αφορισμό του Βερν, τον οποίον πολλοί τον εκλαμβάνουν ως εξοβελισμό του Wells στη σφαίρα του αμιγώς φανταστικού, προκύπτει ακριβώς το αντίθετο: ο Wells δεν προέβαλλε τις γνώσεις του παρόντος στο άμεσο, αλλά στο απώτερο μέλλον. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν είχε την πρόβλεψη ως στοιχείο της γραφής του, αλλά μάλλον το αντίθετο. Όπως θα έλεγε ένας άλλος μεγάλος δημιουργός του φανταστικού, ο οποίος την ώρα που γράφεται το παρόν θα έκλεινε -αν ζούσε- τα 127 του ο Wells έβλεπε μακρύτερα και βαθύτερα (saw further and deeper*).

Βέβαια υπήρχε και άλλη, πολύ πιο επιθετική κριτική του Ιουλίου Βερν προς τον Wells, την οποία όμως δεν έχουμε λόγο να την παραθέσουμε. Και αυτό γιατί ο φίλτατος Ιούλιος έπεσε στην παγίδα να παραβλέψει αυτό που η Εγκυκλοπαίδεια της Επιστημονικής Φαντασίας κατονομάζει ως Νόμο του Wells: μια ιστορία Επιστημονικής Φαντασίας – γενικά μια ιστορία Φαντασίας-  δε θα πρέπει να περιέχει περισσότερα από μία μοναδική εξαιρετική υπόθεση. Έτσι, ο Wells έγραψε για τη χρονομηχανή, τον αόρατο άνθρωπο και τον πόλεμο των κόσμων, αλλά όχι για μια επίθεση αόρατων Αρειανών από το μέλλον! Τα υπόλοιπα όμως στοιχεία των ιστοριών του Wells, αυτά που δεν αποτελούν παραβίαση του νόμου του, δεν είναι φανταστικά. Είναι αποτελέσματα της ικανότητάς του να προβλέπει ή, για την ακρίβεια, να συμπεραίνει προς τα πού πάνε ή μπορεί να πάνε τα πράγματα.

Αναπόφευκτο συνακόλουθο των παραπάνω ήταν η στροφή του Wells σε μελλοντολογικά μυθιστορήματα που δεν ήταν έργα επιστημονικής φαντασίας. Οι Προσδοκίες (Anticipations -1901) ή η Ανακάλυψη του Μέλλοντος (The Discovery of the Future -1902) εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη στροφή, την οποία τη διάνθιζε και με στοιχεία πολιτικού προβληματισμού (Σύγχρονη Ουτοπία / A Modern Utopia -1905).

Μαζί με τα παραπάνω, έγραψε και εν μέρει αυτοβιογραφικά – εν μέρει φανταστικά έργα, μέσα από τα οποία σατίριζε την κατάσταση της Αγγλίας της εποχής του. Εδώ κατατάσσονται τα Tono-Bungay (1909), The History of Mr Polly (1910) και The New Machiavelli (1911).

Πίσω στα πρώτα χρόνια της συγγραφής του. Πριν καν κυκλοφορήσει τη Χρονομηχανή, ο Wells είχε προλάβει να χωρίσει και να ξαναπαντρευτεί μια πρώην μαθήτριά του. Ο γάμος του με τη νέα του σύζυγο ήταν σύμφωνος με τις αρχές που περιέγραφε και σε κάποια από τα ουτοπικά έργα του. Για την ακρίβεια, σύμφωνο με την αρχή του ελεύθερου έρωτα (επτά δεκαετίες πριν από τους χίπηδες που νόμισαν ότι ανακάλυψαν την Αμερική). Ο ίδιος έλεγε ότι η ζωή του συγγραφέα είναι μία από τις σύγχρονες μορφές περιπέτειας, η οποία παρέχει την απόλυτη ελευθερία κινήσεων και συνουσίας.

Στα μεταγενέστερα χρόνια, ο Wells ασχολήθηκε περισσότερο με την πολιτική θεώρηση του κόσμου. Ενός κόσμου που έζησε δύο παγκοσμίους πολέμους και του οποίου η ερμηνεία αποτελούσε ένα σημαντικό δέλεαρ για κάθε ανήσυχο πνεύμα. Στο The Outline of History (1920), ο Wells αποτυπώνει το περίγραμμα  της ιστορίας ως μια σύγκρουση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την καταστροφή. Και τα έργα του κατέτειναν στο να προσφέρουν στους αναγνώστες του ευκαιρίες να αντιμετωπίσουν τον κόσμο με πιο κριτικό βλέμμα, με πιο ανοιχτό μυαλό. Και ταυτόχρονα δραστηριοποιούνταν και ο ίδιος στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός καλύτερου κόσμου. Ήδη πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκειά του, ο Wells ασχολήθηκε με την προώθηση της ιδέας μιας διεθνούς διακήρυξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η δράση του θεωρήθηκε καίρια εν όψει της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του  Ανθρώπου από τον ΟΗΕ το 1948. Ο Wells δεν πρόλαβε να δει την υπογραφή της: πέθανε τον Αύγουστο του 1946.

Στον Wells αποδίδεται και το πρώτο πραγματικά σημαντικό κινηματογραφικό έργο επιστημονικής φαντασίας, το Things to Come (1936), το οποίο αποτελεί μεταφορά του The Shape of Things to Come (1933). Μέσα από αυτό παρουσιάζεται μια ανθρωπότητα εγκλωβισμένη σε έναν ατελείωτο πόλεμο στον οποίο κυριαρχούν οι εναέριες δυνάμεις, αλλά η οποία, μέσα από το χάος και την καταστροφή, καταφέρνει να κρατά ζωντανή την ελπίδα.

Πλήθος άλλων ταινιών έχουν στηριχθεί (λιγότερο ή περισσότερο) σε βιβλία του Wells. Ιδιαίτερα ελκυστικά για τους κινηματογραφικούς παραγωγούς στάθηκαν οι ιδέες του Αόρατου Ανθρώπου, της Χρονομηχανής, του Νησιού του Δρος Μορώ και του Πολέμου των Κόσμων. Από αυτές αξίζει να δει κανείς αρκετές (σίγουρα πάντως όχι τις πιο πρόσφατες, οι οποίες καταλήγουν να αποτελούν προσπάθειες αυτοπροβολής των πρωταγωνιστών τους).

Γνωστή είναι και μια ραδιοφωνική μεταφορά του Πολέμου των Κόσμων από τον Orson Welles στο CBS στις 30 Οκτωβρίου 1938. Η μεταφορά έμεινε γνωστή για τον πανικό που δημιούργησε στους ακροατές της, αν και με την ανακύκλωση της σχετικής αφήγησης επήλθε και η υπερβολή στο μέγεθος του πανικοβληθέντος πλήθους –στην πραγματικότητα οι ακροατές του προγράμματος δεν ήταν και τόσο πολλοί.

* όπως ο Cirdan ο Ναυπηγός όταν είδε τον Μιθραντίρ να φτάνει με πλοίο στα Γκρίζα Λιμάνια είδε μακρύτερα και βαθύτερα και κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο ισχυρότερος από τους Ιστάρι και του έδωσε τη Narya -αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Σε κάθε περίπτωση, happy 127th birthday, professor J. R. R. Tolkien!