Η σεμνή περίπτωση του Jonathan Swift

 -  17:36

137

*Του Κώστα Κωτούλα

Ο Πρωθυπουργός στη συνέντευξη τύπου στη Δ.Ε.Θ., απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου σε σχέση με την περικοπή των συντάξεων, είπε το φαινομενικά απίστευτο:

“Αλλά το συγκεκριμένο μέτρο θα εξηγήσουμε στην Κομισιόν ότι είναι ένα μέτρο αντιαναπτυξιακό και μη διαρθρωτικό. Διότι αφορά στην προσωπική διαφορά και αφορά κάποια συγκεκριμένη μερίδα συνταξιούχων, οι οποίοι σήμερα είναι πάνω από 70 ετών οι περισσότεροι. Άρα η όποια περικοπή δαπανών δεν θα είναι μια μόνιμη περικοπή. Θα σβήσει με το πέρασμα του χρόνου. Δεν θα έχει καμία επίπτωση στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.”.

Και σοκαριστήκαμε όλοι, γιατί αδυνατούμε να αντιληφθούμε τη δυνατότητα του κράτους -ιδίως υπό μία προοδευτική κυβέρνηση με ηθικό πλεονέκτημα- να αποφασίζει τη θυσία απρόσωπων λίγων προς όφελος των πολλών. Ου παντός πλειν ες Κόρινθον -δεν είναι για όλους μας η Αριστερή σκέψη.

Ήταν όμως για τον Jonathan Swift. Και ήταν πολύ πριν την εμφάνιση της Αριστεράς, και μάλιστα στην Ιρλανδία μιας εποχής κατά την οποία, όπως συνηθίζουμε να λέμε εδώ, στη φωτισμένη ανατολή, έτρωγαν βαλανίδια.

Ο Swift δεν έτρωγε βαλανίδια. Βιβλία έτρωγε. Όσα ήταν διαθέσιμα στα μέσα του 17ου αιώνα. Και σπούδασε και απέκτησε τα αναγκαία εφόδια ώστε κατόπιν να διαπρέψει στην ιεροσύνη. Όμως δεν έγινε αμέσως ιερέας. Πρώτα περιπλανήθηκε σε διάφορες δουλειές και διάφορες σπουδές μακριά από την Ιρλανδία, στη σκληρή Αγγλία, όπου μάλιστα γνώρισε και μία κοπέλα μάλλον μικρή ακόμα και για εκείνες τις εποχές και εκείνα τα ήθη. Ιερέας έγινε αργότερα, στα 28 του στο Kilroot της Βορείου Ιρλανδίας και στη συνέχεια, μετά από καινούριες περιπλανήσεις και καινούριες σπουδές, κοντά στο Δουβλίνο.

Παράλληλα όμως με τα ιερατικά του καθήκοντα, τις σπουδές του και τις εμπλοκές του με σημαντικά νεότερες κοπέλες, ο Swift έγραφε. Είτε με το όνομά του, είτε, συχνότερα, με διάφορα ψευδώνυμα. Σχημάτισε μάλιστα, μαζί με τον Alexander Pope, το φιλολογικό σύνδεσμο Scriblerus Club: τα μέλη του συνέγραφαν κείμενα που τα απέδιδαν στον (ανύπαρκτο) Martinus Scriblerus, του οποίου μάλιστα συνέτασσαν και τα απομνημονεύματα.

Μαζί με τη συγγραφή, ο Swift ανέπτυξε και μια σχετικά έντονη πολιτική δραστηριότητα. Αρχικά συνδικαλιζόμενος σχετικά με τα θέματα των αμοιβών των κληρικών, στη συνέχεια όμως δραστηριοποιούμενος γύρω από όλο και περισσότερα ζητήματα.

Σε μία εποχή που δεν υπήρχαν τηλεόραση, internet, social media (είχαν βέβαια εφημερίδες, οι βαλανιδοφάγοι), ο πιο εξωστρεφής τρόπος ενασχόλησης με τα κοινά ήταν μέσω της σύνταξης φυλλαδίων ή της αρθρογραφίας. Και ναι μεν ο Swift ήταν και υψηλόβαθμο στέλεχος των Tories με σημαντική εμπλοκή στο εσωκομματικό power game, όμως η έκδοση της εφημερίδας The Examiner για τέσσερα χρόνια είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο. Και ακόμα μεγαλύτερο η κυκλοφορία του βιβλίου – φυλλαδίου The Conduct of the Allies, το οποίο υποστήριζε τις θέσεις του κόμματός του στην υπόθεση του (τερματισμού του) Πολέμου της Διαδοχής του Ισπανικού Θρόνου, ένα είδος μίνι παγκοσμίου πολέμου της εποχής. Το βιβλίο πούλησε μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες πάνω από 11.000 αντίτυπα (μιλάμε για το 1711) και επηρέασε τις πολιτικές εξελίξεις, οδηγώντας στην υπογραφή των Συνθηκών της Ουτρέχτης.

Όταν οι Tories έχασαν την κυβέρνηση, ο Swift γύρισε στην Ιρλανδία και την Ιεροσύνη. Και τα θέματα των φυλλαδίων που κυκλοφορούσε ήταν περισσότερο επικεντρωμένα στην Ιρλανδική επικαιρότητα. Έτσι, το 1720 κυκλοφόρησε το φυλλάδιο “Proposal for the Universal use of Irish Manufacture”, μέσα από το οποίο καλούσε τους Ιρλανδούς να αναπτύξουν Ιρλανδική καταναλωτική συνείδηση: να μποϋκοτάρουν τα Αγγλικά προϊόντα, προκειμένου να ενισχύσουν την οικονομική αυτάρκεια της Ιρλανδίας.

Χαρακτηριστικότερες όμως της στροφής αυτής είναι οι “επιστολές του Drapier” (1724-1725). Πρόκειται για επτά φυλλάδια με τα οποία στρεφόταν εναντίον της κυκλοφορίας χάλκινων νομισμάτων ιδιωτικής παραγωγής στην Ιρλανδία. Ο Swift θεώρησε ότι η σχετική ανάθεση ήταν προϊόν διαπλοκής και συνέγραψε τα φυλλάδια στα οποία παρουσίαζε την Ιρλανδία ως ανεξάρτητη από τη Βρετανία. Φυσικά, με τέτοιο περιεχόμενο, ήταν σχεδόν υποχρεωτική η χρήση ψευδωνύμου, και ο Swift χρησιμοποίησε το M. B. Drapier, το οποίο εκτός από επώνυμο, δηλώνει και επαγγελματική ιδιότητα (υφασματέμπορος). Αποτέλεσμα των επιστολών ήταν το νέο, ιδιωτικής κυκλοφορίας νόμισμα να μποϋκοταριστεί στο σύνολο της Ιρλανδίας και η κυκλοφορία του να σταματήσει το 1725. Είναι αυτονόητο ότι οι διώξεις των Άγγλων ήταν άμεσες. Ο εκδότης των επιστολών συνελήφθη (αργότερα αφέθηκε ελεύθερος), ενώ δινόταν αμοιβή σε όποιον αποκάλυπτε την πραγματική ταυτότητα του Drapier. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ μάλλον ολόκληρη η Ιρλανδία ήξερε ποιος είναι ο Drapier, ουδείς έδωσε πληροφορίες στους Άγγλους.

Ο Swift πέρα από το πολιτικό του έργο (εφημερίδες – φυλλάδια), έγραψε επίσης και μεγάλο αριθμό ποιημάτων, τα περισσότερα με σατιρικό χαρακτήρα, καθώς και πλήθος εκθέσεων. Από αυτές έχουν κυκλοφορήσει στα Ελληνικά οι “Οδηγίες προς Υπηρέτες”, ένα σατιρικό κείμενο με οδηγίες σωστής συμπεριφοράς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των υπηρετών, καθώς και η “Τέχνη της Πολιτικής Ψευδολογίας”, η οποία κυκλοφόρησε στα Γαλλικά και η οποία περιέχει (όλως ειρωνικώς) ακριβώς αυτό που ο τίτλος υπόσχεται. Αξίζει επίσης να σταθεί κανείς στο “A Complete Collection of Genteel and Ingenious Conversation” στο οποίο ο Swift μέσα από τρεις “διαλόγους” σατιρίζει την κενολογία στις αυλές της Αγγλικής αριστοκρατίας.

Τα πιο σημαντικά έργα του Swift όμως είναι τα “the Battle of the Books”, στο οποίο καυτηριάζει την τότε διαμάχη μεταξύ μοντερνιστών και κλασσικιστών (έχει κυκλοφορήσει στα Ελληνικά ως “η Μάχη των Βιβλίων”), το “A Tale of a Tub”, στο οποίο στρέφεται εναντίον των εκκλησιαστικών πρακτικών και των διασπάσεων και διαφωνιών μεταξύ των τριών μεγάλων κλάδων του (δυτικού) Χριστιανισμού της εποχής (Καθολικοί, Προτεστάντες και Αγγλικανοί) και το “Travels into Several Remote Nations of the World” που κυκλοφόρησε υπό το ψευδώνυμο Lemuel Gulliver, Αρχικά Χειρούργου και κατόπιν Κυβερνήτη σε Διάφορα Πλοία. Πρόκειται για τα περίφημα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, τα οποία έχουν μεταφραστεί πολλές φορές στα Ελληνικά. Πέρα όμως από ένα απλό παιδικό βιβλίο, τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ είναι και μια σάτιρα προς τα ήθη και τα έθιμα της αριστοκρατίας της εποχής του Swift, προς τα διάφορα συστήματα διακυβέρνησης, προς τις σχολές σκέψης και τις επιστήμες και, τελικώς, προς την ίδια την ανθρώπινη φύση, την οποία ο Swift την παρουσιάζει ως εγγενώς χυδαία και εχθροπαθή.

Υπάρχει μια διάκριση της σάτιρας σε “ρεύματα”: του Ορατίου, του Ιουβενάλη και του Μενίππου.

Η σάτιρα του “ρεύματος Ορατίου” γίνεται μέσα από ήπιο χιούμορ και χλευασμό, με συμπάθεια ή ακόμα και ταύτιση προς το αντικείμενο της σάτιρας, το οποίο συχνά είναι πρόσωπο ή συνολικά ο άνθρωπος.

Η σάτιρα του “ρεύματος Ιουβενάλη” είναι λίγο πιο επιθετική από την προηγούμενη, στρέφεται κατά θεσμών και δομών, χρησιμοποιεί την υπερβολή για να παραμορφώσει τα αντικείμενά της.

Η σάτιρα του “ρεύματος Μενίππου” στοχεύει σε τρόπους σκέψης παρά σε δομές ή πρόσωπα, χρησιμοποιεί κατά κόρον την παρωδία ή τις παραδοξότητες και χρησιμοποιείται κυρίως στην πεζογραφία.

Στον Swift όχι μόνο αποδίδεται χρήση των δύο πρώτων ρευμάτων της σάτιρας, αλλά του απονέμεται και ένα ακόμα, δικό του ρεύμα: το ρεύμα Swift. Πρόκειται για σάτιρα που γίνεται με σοβαρό, κυνικό και απαθές ύφος, λες και το υποκείμενο της σάτιρας δε σατιρίζει, αλλά τοποθετείται με στιβαρή επιχειρηματολογία επί ενός θέματος.

Καλά όλα αυτά, αλλά ο Τσίπρας και η Αριστερά πού κολλάει;

Κολλάει στο -πιθανώς- σημαντικότερο έργο του Swift, το οποίο το αφήσαμε για το τέλος, σαν ένα εκλεκτό επιδόρπιο. Το 1729 ο Swift κυκλοφόρησε (ανώνυμα, για προφανείς λόγους -και οι προφανείς λόγοι δεν έχουν να κάνουν με τη σεμνότητα του συγγραφέα ή της πρότασης) το “A Modest Proposal For Preventing the Children of Poor People from Being a Burden to their Parents or Country, and for Making them Beneficial to the Publick”. Είναι ευτύχημα για τις ελληνόφωνες βιβλιοθήκες το γεγονός ότι η Σεμνή Πρόταση του Δόκτορος Σουίφτ έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Στη Σεμνή του Πρόταση, ο Δρ. Σουιφτ αναδεικνύεται ως ένας από τους προδρόμους της αριστερής διανόησης (όπως αυτή πρόσφατα μας αποκαλύφθηκε από την προαναφερθείσα τοποθέτηση του Έλληνα Πρωθυπουργού για το συνταξιοδοτικό), αν και πολύ πιο ριζοτόμος και ρηξικέλευθος από τους επιγόνους του. Η Σεμνή Πρόταση συνοψίζεται στο ότι τα παιδιά των φτωχών Ιρλανδών, τα οποία συχνά αντιμετωπίζονται ως βάρος από τους γονείς τους, θα μπορούσαν να πωληθούν στους πλουσίους, αποφέροντας εισόδημα στις οικογένειές τους. Οι πλούσιοι στη συνέχεια θα μπορούν να φάνε τα παιδιά, βρίσκοντας έτσι μια νέα πηγή τροφής. Πάλι δηλαδή μιλάμε για τη θυσία απρόσωπων λίγων προς όφελος των πολλών. Επισημαίνεται ότι η Σεμνή Πρόταση δεν έγινε δεκτή, όσο κι αν ο συγγραφέας ήταν σίγουρος ότι η υλοποίησή της δε θα ήταν εντελώς ασύμβατη με τη μέχρι τη στιγμή εκείνη συμπεριφορά της Αγγλίας στην Ιρλανδία.