today-is-a-good-day
27.8 C
Athens

Η Τυφλότητα και τα Βιβλία – Χόρχε Λουίς Μπόρχες

*Του Κώστα Κωτούλα

Όταν στα 1327 ο Φραγκισκανός μοναχός Γουίλλιαμ του Μπάσκερβιλ κλήθηκε να διερευνήσει μια σειρά -εμπνευσμένων από την Αποκάλυψη- φόνων σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων στη Βόρειο Ιταλία, χρειάστηκε, προκειμένου να λύσει το μυστήριο, να συγκρουστεί διανοητικώς με τον ευφυέστατο δολοπλόκο μοναχό, τον τυφλό βιβλιοθηκάριο Χόρχε του Μπούργκος.

Το γεγονός ότι ένα παιδί που γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 24 Αυγούστου 1899 στο Μπουένος Άυρες, το οποίο ονομάστηκε Χόρχε και είχε το επώνυμο Μπόρχες, κατέληξε στις τελευταίες τρεις δεκαετίες της ζωής του να είναι ο τυφλός βιβλιοθηκάριος στην Εθνική Δημόσια Βιβλιοθήκη της Αργεντινής, δεν είναι παρά μόνο μια σύμπτωση. Μία από τις άπειρες συμπτώσεις που μπορεί να καταγραφούν και οι οποίες διαρκώς κλονίζουν τη βεβαιότητά μας για την ευθύγραμμη και όχι κυκλική πορεία του χρόνου και της Ιστορίας.

Ο Jorge Francisco Isidoro Luis Borges Acevedo ήταν ένας από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα. Η ροπή του στη συγγραφή ήταν εξέλιξη της αγάπης του για το διάβασμα. Η αγάπη αυτή εκδηλώθηκε σταδιακά: από τα παιδικά του χρόνια, όταν διάβαζε -σε Ισπανικά και Αγγλικά- τους τόμους της βιβλιοθήκης του πατέρα του (της ίδιας βιβλιοθήκης που θα χαρακτήριζε ως το κεντρικό γεγονός της ζωής του), μέχρι το τέλος της ζωής του, όταν, τυφλός πλέον, μπορούσε να διαβάζει κυρίως με την ακοή του, δε σταμάτησε να απορροφά ό,τι νέο ή παλιό μπορούσε κανείς να βρει, ή ακόμη και να φανταστεί, τυπωμένο.

Και, μαζί με την ανάγνωση, αναπόφευκτα ακολουθούσε και η συγγραφή. Ο Μπόρχες έγραφε, μέχρι το τέλος της ζωής του πεζά, ποιήματα, δοκίμια, βιβλιοκριτικές, μεταφράσεις. Δεν έμενε όμως εκεί. Συνέγραφε ψευδοδοκίμια και διέπραττε ψευδομεταφράσεις και ψευδοκριτικές. “Μετέφραζε” σύντομες ιστορίες του, τις οποίες τις απέδιδε σε -υπαρκτούς ή και ανύπαρκτους- συγγραφείς. Παρουσίαζε ως προϊόντα ιστορικής – βιβλιογραφικής έρευνας δημιουργήματα του μυαλού του. Δημοσίευε περιλήψεις ανύπαρκτων βιβλίων, με πλήρη αναφορά στα στοιχεία δημοσίευσής τους (χαρακτηριστικότερο όλων το “η Πορεία προς τον Αλ Μουτασίμ”). Και όλα αυτά αναμεμειγμένα με πραγματικές μεταφράσεις, αληθείς ιστορικές αναφορές, περιλήψεις υπαρκτών βιβλίων, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο αναγνώστης να μη μπορεί να ξεχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό. Στον πρόλογο του “Κήπου με τα Διακλαδωτά Μονοπάτια” αποκηρύσσει ως “κοπιώδη και εκφυλιστική” τη “μανία να συνθέτουν τεράστια βιβλία, να αναπτύσσουν σε πεντακόσιες σελίδες μια ιδέα, η τέλεια προφορική έκθεση της οποίας δεν θα ‘παιρνε παραπάνω από λίγα λεπτά”. Διακηρύσσει παράλληλα ότι προκρίνει ως προτιμητέο το “να φαντάζεσαι πως αυτά τα βιβλία υπάρχουν ήδη και να προσφέρεις μια περίληψή τους, ένα σχόλιο”. Και αυτό που παρουσιάζει ως προτιμητέο, το χρησιμοποιεί κατά κόρον ως συγγραφικό τέχνασμα.

Η ζωή του Μπόρχες είναι αλληλένδετη με τη συγγραφή. Τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ζωής του δεν είναι τα ταξίδια του, οι γλώσσες που μιλούσε, η διδασκαλία του σε πανεπιστήμια ή οι βραβεύσεις του, αλλά τα έργα του. Στο δοκίμιό του για το “Vathek” του William Beckford αναφέρεται στο παράδοξο μιας βιογραφικής παρουσίασης του Πόε χωρίς την εργογραφία του, του Bolivar ή του Ναπολέοντα χωρίς αναφορά στις μάχες (και παίζει με τη σκέψη μιας εξέλιξη της παραδοξότητας σε κανόνα, ώστε κάποια στιγμή παράδοξη να θεωρείται μια βιογραφία του Μιχαήλ Αγγέλου η οποία θα επέτρεπε την παραμικρή μνεία στα έργα του). Μια τέτοια παραδοξότητα δεν πρόκειται να την αποτολμήσουμε εδώ.

Τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ζωής του παρατίθενται από τον ίδιο στο “Αυτοβιογραφικό Δοκίμιό” του (όσο ακριβές μπορεί να είναι ένα αυτοβιογραφικό δοκίμιο ενός τέτοιου συγγραφέα). Όμως κάποιες από τις ψηφίδες που συνδιαμορφώνουν τη ζωή του Μπόρχες μπορούμε να τις εντοπίσουμε σε άλλα έργα του. Έτσι ξέρουμε ότι από ένα καπρίτσιο της τύχης κατέλαβε υψηλά κυβερνητικά αξιώματα (διατέλεσε Ανθύπατος), όμως είχε διατελέσει και υπηρέτης. Είχε γνωρίσει την παντοδυναμία και την καταισχύνη -και μάλιστα σε αυτές τις εναλλαγές της τύχης (ή μήπως της μοίρας) ακρωτηριάστηκε χάνοντας το δείκτη του δεξιού του χεριού. Αυτές τις ασύμμετρες ανισορροπίες της ανθρώπινης ζωής τις πλέκει στη σύντομη ιστορία του “το Λαχείο στη Βαβυλώνα”, στην οποία δεν εστιάζει στην αφήγηση της ιστορικής εξέλιξης, αλλά στο ρόλο του τυχαίου σε αυτή, και το οποίο είναι σχεδόν βιογραφικό.

Μεγάλο μέρος από τις σύντομες ιστορίες του αναφέρεται στον τρόπο ζωής στην πάμπα, καθώς και στις πόλεις των τριών  χωρών χωρών γύρω από τον Ρίο ντε λα Πλάτα και τους παραποτάμους του (Ουρουγουάη και Παρανά) στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι ιστορίες αυτές, αν και δεν έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, έχουν τόσο συστηματική τεκμηρίωση, ώστε να θεωρούνται λαογραφικές (αν όχι και ιστορικές) πηγές. Οι μονομαχίες, η κτηνοτροφία, το ταγκό, η παρανομία, η πορνεία, ο ρόλος της γυναίκας, οι πόλεμοι παρουσιάζονται με ακρίβεια αξιοθαύμαστη.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα παιγνιώδους ανάμειξης πραγματικής κριτικής και ψευδοσυγγραφής είναι η κριτική παρουσίαση της εργογραφίας του Pierre Menard. Σε αυτή, μαζί με την παρουσίαση του όλου έργου του Menard, νοσφίζεται (εν είδει φιλολογικού ψευδωνύμου) το ονοματεπώνυμο του παρουσιαζόμενου συγγραφέα και δεν του αποδίδει απλώς ένα έργο, αλλά το γράφει ο ίδιος ο Μπόρχες και το παραθέτει αυτούσιο! Πρόκειται για το ένατο και τριακοστό όγδοο κεφάλαιο του πρώτου Μέρους του Δον Κιχώτη, καθώς και ένα απόσπασμα απ΄ το εικοστό δεύτερο. Και, μάλιστα, αυτό το κάνει ταυτιζόμενος σε τέτοιο βαθμό, όχι μόνο με τον Menard, αλλά και με τον ίδιο το Cervantes, ώστε το αποτέλεσμα, το δημιούργημα του Μπόρχες-Menard να είναι (φαινομενικά μόνο, γιατί οι εμπειρίες και τα βιώματα είναι διαφορετικά και το χάσμα στο ιστορικό και κοινωνικό υπόβαθρο που χωρίζει τους δύο συγγραφείς είναι αγεφύρωτο) λέξη προς λέξη, γραμμή προς γραμμή, ίδιο με το πρωτότυπο!

Ο Μπόρχες ασχολήθηκε έντονα στα γραπτά του και με τη θεολογία. Συνέγραψε μια παρουσίαση της εξέλιξης της αντιμετώπισης του προσώπου του Ιούδα ανά τους αιώνες και της τύχης ορισμένων Θεολόγων που ασχολήθηκαν με το ίδιο ζήτημα, καθώς και (με τη μορφή ψευδομετάφρασης, η οποία όμως έγινε από υπαρκτό χειρόγραφο ευρισκόμενο στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Leiden) μια παρουσίαση της Αίρεσης των Τριάκοντα, η οποία λατρεύει τον Ιούδα εξ ίσου με το Λυτρωτή. Υπαινίχθηκε τη (κληρονομικώς ή ενστικτωδώς μεταφερόμενο από γενιά σε γενιά) μυστική Τελετουργία της Αίρεσης του Φοίνικα που ξεκίνησε από την Αρχαία Αίγυπτο και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Διασκεύασε το Argumentum Ontologicum, διαμορφώνοντας το Argumentum Ornithologicum. Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι κατέρριψε με ζέση και ατράνταχτα επιχειρήματα ως αιρετικές τις απόψεις για την κυκλικότητα του χρόνου παραθέτοντας δύο “γραμμές” επιχειρημάτων, η κάθε μία από τις οποίες δεν ανέτρεπε ως αιρετική μόνο την άποψη περί κυκλικότητας, αλλά και την άλλη “γραμμή”.

Συνέβαλε επίσης ο Μπόρχες στη συγγραφή της Πρώτης Εγκυκλοπαίδειας του Tlon (A First Encyclopaedia of Tlon). Σε αυτόν αποδίδεται καθ’ ολοκληρία ο ενδέκατος τόμος, στον οποίο περιέχεται εκτεταμένη παρουσίαση της Uqbar: μια σύνοψη της λογοτεχνίας της, μια συνοπτική έκθεση των φιλοσοφικών και θεολογικών ρευμάτων που αναπτύχθηκαν σε αυτή και μια ανάλυση της γραμματικής και του συντακτικού της γλώσσας της, μιας από τις πιο ιδιόμορφες γλώσσες που έχουν χρησιμοποιηθεί και η οποία δεν περιέχει ονόματα (ουσιαστικά ή επίθετα), αλλά απρόσωπα ρήματα, επιρρήματα και προθήματα ή επιθήματα επιρρηματικής τάξης.

Στα δοκίμιά του θα πρέπει μάλλον να καταταγεί η Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας, στην οποία παρουσιάζει ιστορικά πρόσωπα – εγκληματικά αρχέτυπα. Πλήθος δοκιμίων του επίσης σχετίζονται με τη ζωή στην Αργεντινή, με λογοτέχνες και ιστορικούς και ιστορικά πρόσωπα και με πειραματισμούς στη λογοτεχνία, στις τέχνες, στην ίδια την ιστορία. Στα δοκίμιά του έπαιξε με το άπειρο και με την αιωνιότητα και με τα μαθηματικά και τη γεωμετρία. Έγραψε για τα Ελεατικά παράδοξα και για το Άπειρο και ιστορίες που διαστρέφουν τη θεωρία των συνόλων. Διέστρεψε το χρόνο από γραμμικό σε κυκλικό και τούμπαλιν, αυξομείωσε την ταχύτητα της ροής του, τον περιέπλεξε σε τεθλασμένη, τεμνόμενη με τον εαυτό της, γραμμή. Παρουσίασε φιλοσοφικές και επιστημονικές αναζητήσεις, θεωρημένες από την οπτική γωνία του λογοτέχνη

Συνέταξε επίσης μια κρυπτοζωολογία, μια καταγραφή ζώων που συναντώνται μόνο στην παγκόσμια λογοτεχνία, καθώς και πλήθος αστυνομικών διηγημάτων.

Όσο η τύφλωσή του προχωρούσε, και του απαγόρευε τη συγγραφή, ο Μπόρχες συνέχισε περισσότερο ως ποιητής, και μάλιστα εγκαταλείποντας τον ελεύθερο στίχο, γιατί το μέτρο και η ρίμα εμπεριέχουν την αρετή της μνήμης. Αξιοσημείωτο είναι το Ποίημα των Δώρων, στο οποίο εξυμνεί την υπέροχη ειρωνεία του Θεού που του χαρίζει την ίδια στιγμή 800.000 βιβλία και το σκοτάδι.

Μέσα από αυτόν τον περίπλοκο κόσμο που παρουσίασε στα έργα του ο Μπόρχες, τελικά έδωσε την πιο εκτεταμένη αυτοβιογραφία που έχουμε συναντήσει στη λογοτεχνία. Ο ίδιος, στον επίλογο της άτακτης συλλογής κειμένων που απαρτίζουν το “Δημιουργό”, γράφει πως “κάποιος άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα κι ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την αυτοπροσωπογραφία του”.

 

Μεταφράσεις βιβλίων του Μπόρχες έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, και κάποιες από αυτές μπορεί κανείς ακόμα να τις βρει με λίγο ψάξιμο. Σίγουρα όμως μπορεί να βρει μια συγκεντρωτική παρουσίαση του έργου του (όχι όλου του έργου του, αλλά του σημαντικά μεγαλύτερου τμήματος αυτού) με τη μορφή “Απάντων” σε μια τρίτομη έκδοση, διαχωρισμένη σε πεζά, ποιήματα και δοκίμια. Την επιμέλεια και τη μετάφραση της έκδοσης, μαζί με εκτενή σχολιασμό, την έχουν κάνει οι Δημήτρης Καλοκύρης για τα Ποιήματα και Αχιλλέας Κυριακίδης για τα Πεζά και τα Δοκίμια. Και εδώ καλό είναι να γίνει και μία αναφορά στους μεταφραστές. Προσωπικά δε γνωρίζω Ισπανικά, ούτε πρόκειται να μάθω σε τέτοιο μάλιστα επίπεδο, ώστε να διαβάζω λογοτεχνία. Η μόνη δυνατότητα προσέγγισης της ισπανόφωνης (όπως άλλωστε και της γαλλόφωνης) λογοτεχνίας είναι μέσα από τις ελληνικές μεταφράσεις. Και έτσι έχω πέσει ξανά και ξανά σε μεταφράσεις των δύο παραπάνω μεταφραστών. Και ενώ δε μπορώ να αξιολογήσω τις μεταφράσεις καθ’ εαυτές, μπορώ να αξιολογήσω το αποτέλεσμα (βιβλία ευανάγνωστα και κατανοητά, χωρίς επιτήδευση, με σταθερότητα αλλά όχι μονοτονία στο στυλ, στη σύνταξη και στο λεξιλόγιο, με λεπτομερή σχολιασμό, με σωστή σύνταξη και αλάνθαστη γραμματική). Και μαζί με το αποτέλεσμα, μπορώ να αξιολογήσω και την επιλογή των κειμένων που οι συγκεκριμένοι μεταφραστές μεταφράζουν. Μέσα από αυτά, πλέον επιλέγω βιβλία όχι μόνο με βάση το συγγραφέα, αλλά και με βάση το μεταφραστή, συχνά δε εμπιστεύομαι τόσο το μεταφραστή που μου αρκεί το όνομά του για να προσεγγίσω και το συγγραφέα.

Ο Μπόρχες σε δύο σύντομες ιστορίες του (“ο Άλλος” και  “25 Αυγούστου 1984”) παρουσιάζει μεταφυσικές εμπειρίες συνάντησης με τον εαυτό του από άλλη εποχή. Μία το Φεβρουάριο του 1969, όταν συνάντησε το νεαρό Μπόρχες του 1918 και είχαν μια έντονη λογομαχία σε σχέση με το πραγματικό ή το φανταστικό μιας τέτοιας συνάντησης (κάτι αντίστοιχο παρουσιάζεται και στα “Αρειανά Χρονικά” του Μπράντμπερι, την έκδοση των οποίων στην Αργεντινή το 1955 είχε προλογίσει ο Μπόρχες) και άλλη μία στις 25/08/1960, όταν συνάντησε τον κατά 24 χρόνια μεγαλύτερο εαυτό του. Και οι δύο ιστορίες, αν και περιέχουν έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, θεωρούνται από τους ειδικούς ξένες προς την πραγματικότητα και προϊόν μυθοπλασίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ