Ο δάσκαλος Πιπέρης, η χώνεψη και η ελευθερία της αποδοχής

 -  23:25

608

*Γράφει η Αργυρώ Κουτσού

Δεν ξέρω πως έγινε και το παρατήρησα τόσο έντονα αυτήν τη φορά. Ο Πιπέρης έφαγε κάτι που του έκατσε στον λαιμό. Έχει συμβεί κάμποσες φορές, όχι πολλές, μα κάμποσες, γιατί όταν του αρέσει κάτι είναι λαίμαργος κι επειδή ήταν το πεταμένο της γέννας και δε θήλασε, του λείπουν τα τέσσερα μπροστινά του δόντια κι όταν χλαπακιάζει γρήγορα, πνίγεται.  Την πρώτη φορά πήγα να τρελαθώ, μα πια το έχω συνηθίσει. Προχθές, όμως, που πνίγηκε πάλι, στεκόταν μπροστά στο νερό του, μα δεν ήπιε μία γουλιά για να βοηθήσει την μπουκιά να κατέβει. Κι ενώ αγωνιζόταν να ξεμπλοκάρει από τον λαιμό του το κομματάκι για να το φτύσει, κι έκανε ήχους σαν να σκίζεται στα δυο κι άνοιγε διάπλατα το στόμα ενώ το σώμα του θύμιζε τόξο έτοιμο να εκτοξεύσει βέλος, θυμήθηκα τον Τόμμυ, το κόλεϊ με το οποίο μεγάλωσα, που μία φορά, παίζοντας, κατάπιε μία μεγάλη γκαζά κι έκανε έναν τόσο έντονο ήχο για την φτύσει που ο αδερφός μου που ήταν τότε 6 χρονών έβαλε τα κλάμματα. Θυμήθηκα και τον Τζέρρυ, το μαύρο μας σπάνιελ που έτρωγε ό,τι έβρισκε σε ξυλάκι και πλαστικό κι όλο προσπαθούσε να τα φτύσει από τη μέση των σωθικών του που έφταναν, κι ενώ αυτές οι εικόνες περνούσαν από μπροστά μου, κατάλαβα ακριβώς τι μου συμβαίνει.

Κανένα ζωντανό δεν σπρώχνει το λάθος που κατάπιε με νερό,  για να διευκολύνει την είσοδο του στο σώμα του. Κανένα. Μόλις καταλάβει πως έφαγε ακατάλληλο που του κάθεται στον λαιμό, μόλις νοιώσει το γρατζούνισμα στον λάρυγγα του, κάνει ό,τι μπορεί για να το φτύσει. Να απαλλαχτεί. Κι αν δεν τα καταφέρει, τότε αφήνει το σώμα του να κάνει την φυσιολογική του διαδικασία. Να το χωνέψει. Αυτά σκεφτόμουν ενώ το γατάκι μου ακομα προσπαθούσε να φτύσει το κατιτίς που κατάπιε αμάσητο. Και θυμόμουν την γκαζά που είχε καταπιεί ο Τόμμυ, μία μεγάλη, γυάλινη με πορτοκαλί ρίγες, την οποία δεν είχε καταφέρει να φτύσει κι έτσι ψάχναμε τα κακά του να δούμε αν τη χώνεψε, και θυμήθηκα και τον Mr. Darcy, το σοκολατένιο λαμπραντόρ της φίλης μου, που έτρωγε καλτσάκια και ό,τι έβρισκε μπροστά του και ανήμερα της κηδείας της γιαγιάς έφαγε μία ολόκληρη σειρά από συνδετηράκια επιπλοποιού και κόπηκε το αίμα μας, και πάλι ψάχναμε τα κακά του για μέρες να δούμε πως τα χώνεψε και τίποτα δεν έμεινε μέσα του να τον σκίσει. Γιατί αυτούς τους δυο δρόμους έχει η φύση να αντιμετωπίζει τα αμάσητα, τα βλαβερά. Είτε τα φτύνει, είτε τα αφοδεύει. Για αυτό είσαι τυχερός αν έχεις κατοικίδιο. Και διπλά τυχερός αν το παρατηρείς. Γιατί σε δασκαλεύει με τούτο τον σοφό, γενετήσιο τρόπο της φύσης.

 

 

Και με αυτό το περιστατικό του Πιπεριού μου, προχθές, κατάλαβα. Κατάλαβα γιατί, ενώ έχω έτοιμα κείμενα, γραμμένα από το 2014 και ως το ‘17, σχετικά με τις περιπέτειες μου στις διάφορες σεζόν, κείμενα που σκεφτόμουν να χρησιμοποιήσω για αυτή τη στήλη όταν θα φόρτωνε η δουλειά κι εγώ δε θα είχα χρόνο να κάτσω να γράψω, δεν τα έβγαλα ποτέ παραέξω από τον φάκελο τους. Και κάθε φορά που σκεφτόμουν να το κάνω, έψαχνα τον λόγο ύπαρξης της συγκεκριμένης ιστορίας  και δεν τον έβρισκα, κι έτσι προτιμούσα να είμαι κάπως ασυνεπής στη στήλη παρά να στείλω αυτά. Και ξέρεις, είναι κείμενα ζουμερά, γεμάτα απίστευτες ιστορίες. Ιστορίες για το πως κακομοιράζονται τα τιπς, πως ένα αφεντικό έβαζε το χέρι του στο βάζο με φυσικότητα για να στείλει τον σερβιτόρο να του πάρει τα τρία πακέτα τσιγάρα του χωρίς να ιδρώνει που τα τιπς μας πληρώναν τα κόκκινα Μάρλμπορο του, ιστορίες για τον παππά και την παππαδιά που μου νοίκιαζαν ένα σπιτάκι που ενώ νόμιζα πως ήταν δικό τους ανακάλυψα πως ηταν της εκκλησίας και το εκμεταλλεύονταν εκείνοι. Και ξέρεις πως το έμαθα; Μου λέει μια μέρα η παπαδιά: «Μωρέ Αργυρώ, πέρασα από το σπίτι σου προχθές, και είδα πως είχες κλειστό το αιρκοντίσιον. Γιατί παιδί μου, με τούτο τον καύσωνα, δεν το αφήνεις ανοιχτό, να πηγαίνεις και να το βρίσκεις δροσερό, να μην καίεται και το μαυρόγατο σου;» Κι όταν εγώ με γουρλωμένα μάτια της απάντησα «Καλέ παππαδιά, το ρεύμα που θα έρθει δεν το σκέφτεσαι;» είχε γελάσει με την καρδιά της κι είχε απαντήσει, «Πληρώνει μωρέ ΔΕΗ η εκκλησία;» κι εγώ που δεν το ήξερα, πνίγηκα με το σάλιο μου για να μην απαντήσω αυτό που μου ήρθε στο μυαλό. Ιστορίες για τα ένσημα, για την επιθεώρηση εργασίας που είχα καλέσει όταν ήμουν στην Πάρο, για τα τα ωράρια και τα ρεπό που δεν, για τους προμηθευτές που στη μέση της σεζόν φέρνουν δευτεράντζα και τη χρεώνουν ακριβότερα, γιατί τι να κάνεις, δεκάδες ιστορίες για το πως λιώνει ο εργαζόμενος, πια, στις σεζόν. Και λέω πια, γιατί με την δικαιολογία της κρίσης κακοπληρώνεται και κακοασφαλίζεται. Μα να σου εξομολογηθώ κάτι. Ο κάθε κακοπληρωμένος εργαζόμενος, ο κάθε εποχιακός που δουλεύει δεκάωρα με τετράωρα ένσημα χωρίς ρεπό, η κάθε μαγείρισσα που δέχεται στη μέση της σεζόν την δεύτερη γαρίδα, έχει επιλογή. Να το φτύσει. Αν επιλέξει να το καταπιεί, καλά θα κάνει να το χωνέψει.

Σταμάτησα να γράφω τις ιστορίες της σεζόν όταν πέθανε ο πατέρας μου, ενάμιση χρόνο πριν. Τρεις μήνες μετά τον θάνατο του έκανα τη δεύτερη μου σεζόν στην Ζάκυνθο. Τώρα είμαι στην τρίτη. Μέχρι που ξεκίνησα να ξαναγράφω αυτές τις ιστορίες εδώ, τις είχα χωνέψει, χωρίς να το καταλάβω. Και όχι μόνο τις είχα χωνέψει. Τις είχα αφήσει να κυλήσουν μέσα μου σαν την γκαζά στον Τόμμυ, και τις είχα αφήσει πίσω μου, χωρίς να το ξέρω συνειδητά ώστε να ψάξω να τις βρω, σαν την γκαζά, για να είμαι σίγουρη πως έφυγαν. Άλλαξα χωρίς να το καταλάβω. Στο κάνει αυτό η αποδοχή του θανάτου. Η αρχική μου απόφαση να μην έχω μόνιμη μαγειρική στέγη κύλησε κι αυτή. Και στη θέση της ήρθε η χαρά να επιστρέψω στα γνώριμα γκάζια μου. Ο θυμός μου εξατμίστηκε. Μαζί του εξατμίστηκε και η ανάγκη μου να «ξεσκεπάσω». Σάμπως δεν τα ξέρουμε όλοι αυτά που συμβαίνουν στην καλοκαιρινή εστίαση των νησιών; Σάμπως δεν ξέρουμε πως με φίλους καλό είναι να μην κάνουμε δουλειές; Γιατί ξεσκεπαζόμαστε και οι δύο; Για κάθε δική μου ιστορία υπάρχει και η άλλη πλευρά. Μπορεί να λέει πως ήρθε μία άπειρη μαγείρισσα στο μαγαζί μου με ύφος ξερολέ και στάση πριμαντόνας που με τα δικά μου τα λεφτά ήθελε να κάνει το δικό της κομμάτι. Ή μπορεί να λέει πως ήρθε να δουλέψει νομίζοντας πως θα κάνει την ίδια ζωή που έκανε όταν ερχόταν για διακοπές και καθόλου δεν τίμησε τα χρήματα που έπαιρνε. Δεν είμαι σίγουρη τι λένε οι δικές τους ιστορίες. Είμαι σίγουρη, όμως, πως υπάρχουν. Όπως είμαι σίγουρη πως σε ένα εστιατόριο, ή σε ένα μαγαζί με ρούχα, ή σε ένα ξενοδοχείο, ή μία εταιρεία γραφικών τεχνών υπάρχουν πάντα εκείνοι οι υπάλληλοι που έχουν στο νου τους έναν καλύτερο τρόπο λειτουργίας, που βλέπουν λάθος την στρατηγική που ακολουθεί ο επιχειρηματίας, που «ξέρουν» σίγουρα να κάνουν τα πράγματα καλύτερα. Είμαι σίγουρη. Γιατί ήμουν έτσι.  Και μου πήρε καιρό να καταλάβω και να αποδεχτώ πως όλοι εμείς που ξέρουμε καλύτερα, ας τολμούσαμε να παίρναμε το ρίσκο που παίρνει αυτός που κοιμάται και ξυπνά με την εφορία και το ΙΚΑ στο κεφάλι του, με τις επιταγές των προμηθευτών του στο μαξιλάρι. Ας το παίρναμε κι ας κάναμε καλύτερα εστιατόρια, καλύτερα μαγαζιά με ρούχα, καλύτερες εταιρείες γραφικών τεχνών.

Έχω να σου εξομολογηθώ, λοιπόν, πως λιβάνιζα με ξένα κόλυβα για κάμποσο καιρό. Και χρειάστηκε να μάθω να κάμω τα δικά μου, κυριολεκτικά, για να δω το λάθος μου. Κι αν έχω να φυλάξω ένα πετράδι στο κουτάκι μου με τα πολύτιμα, αυτό είναι η ευγνωμοσύνη μου προς όλους τους επιχειρηματίες – εργοδότες  που συνάντησα τα τελευταία έξι χρονια. Καλοί, κακοί, με μάθανε πολλά. Ξεκίνησα ωμή μαγείρισσα. Κι έχω ψηθεί. Ξεκίνησα ξερόλας –πριμαντόνα, κι έμαθα να ακούω, να μπαίνω στα παπούτσια τους, να καταλαβαίνω. Τώρα ο Αύγουστος τελειώνει και θα πάρει μαζί του ένα ακόμα καλοκαίρι. Η δουλειά θα ησυχάσει, θα έχω χρόνο να βγω στην αγορά να λιμπιστώ πράγματα και να κάνω πιάτα ημέρας, τα μπάνια θα γίνουν μεγαλύτερα για μένα, τα βράδυα θα αρχίσουν οι βόλτες ξανά. Θα γράφω συχνότερα. Θα έχω χρόνο να μετρήσω λίγες καινούριες βλάβες στο σώμα μου και κάμποσες βελτιώσεις στην καρδιά μου. Το τίμημα για αυτό, εντέλει, είναι τίμιο, όχι μεγάλο.