today-is-a-good-day
33.3 C
Athens

Εξηντατέσσερα χρόνια από τη «Μάχη της Βέρνης»

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 στην Ελβετία, παρά τη δυνατή βροχή που έπεφτε διαρκώς, θεωρήθηκε και ήταν μια απόλυτα πετυχημένη και θεαματική διοργάνωση. Σε αυτό συνετέλεσαν τα πολλά γκολ που μπήκαν, οι πολλές εκπλήξεις που σημειώθηκαν και κυρίως η Αράντσιπατ!

Η Εθνική Ουγγαρίας είχε κατακτήσει δύο χρόνια νωρίτερα το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι, γι’ αυτό και είχε ονομαστεί «Χρυσή ομάδα» (Αράντσιπατ δηλαδή), παρέμενε αήττητη για τέσσερα χρόνια (32 αγώνες), ενώ ένα χρόνο πριν είχε συντρίψει με 6-3 την Εθνική Αγγλίας μέσα στο Γουέμπλεϊ. Ήταν η πρώτη εντός έδρας ήττα στην ιστορία της Αγγλίας από ομάδα εκτός Ηνωμένου Βασιλείου και είχε προκαλέσει πάταγο παγκοσμίως.

Ταυτόχρονα, υπήρχαν ομάδες όπως η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Αυστρία και η Γιουγκοσλαβία, που έδειξαν την δυναμική τους και επίσης πρόσφεραν στιγμές ποδοσφαιρικής πανδαισίας. Ωστόσο, το ματς που έμελλε να σημαδέψει την διοργάνωση, πέρα από τον μεγάλο τελικό φυσικά, ήταν μια αναμέτρηση γιγάντων, όπου δεν ξεχώρισαν τα γκολ και οι ωραίες φάσεις, αλλά το αλύπητο ξύλο που έπεσε. Ούγγροι και Βραζιλιάνοι, μετέτρεψαν το πανέμορφο γήπεδο της Βέρνης σε πεδίο μάχης!

Οι δύο «μονομάχοι»

Η πιστοποίηση της κυριαρχίας της Ουγγαρίας στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου φάνηκε αμέσως, καθώς στον όμιλό της ξεκίνησε ρίχνοντας 9 γκολ στη Νότια Κορέα και ισοπέδωσε με 8-3 τη Δυτική Γερμανία. Ήταν το απόλυτο φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.
Μια μαγυάρικη ορχήστρα με «πρώτο βιολί» τον αρχηγό της Φέρεντς Πούσκας, με «μαέστρο» τον αέρινο Ναντόρ Χιντεγκούτι, με σέντερ φορ τον δεινό σκόρερ Σαντόρ Κόκτσις, με κινητήριο μοχλό τον εγκεφαλικό μέσο Γιόζεφ Μπόζικ, με «έμβολα» στα άκρα τους Ζόλταν Τσίμπορ και Λάζλο Μπούνταϊ, με αμυντική γραμμή τους Μπουζάνσκι, Λόραντ, Ζακάριας, Λάντος και με τερματοφύλακα τον υπέροχο Γκιούλα Γκρόσιτς, αλλά και με παίκτες στον πάγκο όπως τους Τοτ, Σόικα, Πάλοτας, Κάρπατι. Ο προπονητής Γκούσταβ Σέμπες είχε δημιουργήσει έναν ακαταμάχητο σύνολο, με πρωτοπόρα και ολοκληρωτικά συστήματα (όπως ο περίφημος «ρόμβος»), που άλλαξαν ριζικά την μέχρι τότε μορφή του ποδοσφαίρου.

Από την άλλη μεριά, υπήρχε μια παθιασμένη Βραζιλία, που ήθελε πάση θυσία να ξεπλύνει την προ τετραετίας «ντροπή» της, όταν το 1950 έχασε το τρόπαιο μέσα στην χώρα της από την Ουρουγουάη. Ελάχιστοι παίκτες είχαν διασωθεί από εκείνη την «καταραμένη» για τους Βραζιλιάνους ομάδα, όπως οι Μπάουερ, Μπαλταζάρ, Ελάι και Νίλτον Σάντος, και σ’ αυτούς ο προπονητής Ζεζέ Μορέιρα είχε προσθέσει παίκτες κλάσης, όπως το «μυαλό» της «σελεσάο» όλα τα επόμενα χρόνια Ντίντι, τον Ζουλίνιο, τον Πίνγκα, τον Πινέιρο και τον εκρηκτικό Τζάλμα Σάντος.

Η Βραζιλία επίσης παρήγαγε ποιοτικό και επιθετικό ποδόσφαιρο, ξεκίνησε στον όμιλο «φιλοδωρώντας» με 5 γκολ το Μεξικό και πήρε το πολύτιμο 1-1 από την πανίσχυρη τότε Γιουγκοσλαβία. Στα προημιτελικά Ούγγροι και Βραζιλιάνοι τέθηκαν αντιμέτωποι σε έναν αγώνα «ζωής και θανάτου».

Μονομαχία γιγάντων

Το ματς διεξήχθη στις 27 Ιουνίου 1954 στο στάδιο Βάνκντορφ της Βέρνης, μπροστά σε 40.000 θεατές και από πολύ νωρίς πήρε «φωτιά». Παρ’ όλο που οι Ούγγροι δεν είχαν στην σύνθεσή τους τον τραυματία Πούσκας, πριν συμπληρωθεί το δεκάλεπτο προηγήθηκαν 2-0, με τον Χιντεγκούτι στο 4’ και τον Κόκτσις στο 7’. Κι ενώ πολλοί βιάστηκαν να πιστέψουν πως η συνέχεια θα είναι σαρωτική, ήρθε ο Τζάλμα Σάντος με πέναλτι στο 18’ να μειώσει σε 2-1. Από εκείνη την στιγμή και μετά, οι Βραζιλιάνοι πάλεψαν λυσσαλέα για την ισοφάριση, οι Ούγγροι «απαντούσαν» με ταχύτατες αντεπιθέσεις και, παρά την καταρρακτώδη βροχή, η μπάλα ανεβοκατέβαινε συνεχώς από την μια περιοχή στην άλλη.

Σύντομα έκανε την εμφάνισή του το πάθος των παικτών, που έφερε τα πρώτα σκληρά μαρκαρίσματα και άρχισαν οι πρώτες αψιμαχίες. Και όσο προχωρούσε η ώρα, τόσο αυξανόταν η ένταση των μονομαχιών. Στο 60’ και εν μέσω έντονων διαμαρτυριών της Βραζιλίας, που επέφεραν και την πρώτη «εισβολή» των εξοργισμένων Βραζιλιάνων από τον πάγκο στον αγωνιστικό χώρο, η Ουγγαρία κέρδισε πέναλτι και ο Λάντος έκανε το 3-1, όμως 5 λεπτά αργότερα ο Ζουλίνιο μείωσε σε 3-2. Κάπου εκεί το πράγμα άρχισε να ξεφεύγει εντελώς και ο αγώνας έγινε βίαιος. Ο Άγγλος διαιτητής Άρθουρ Έλις, από τις κορυφαίες σφυρίχτρες της εποχής, προσπαθούσε όσο μπορούσε να κρατήσει το παιχνίδι υπό τον έλεγχό του κι έτσι, στο 71’ απέβαλε τους Μπόζικ και Νίλτον Σάντος, επειδή πιάστηκαν στα χέρια μέσα σε μια γενικότερη σύρραξη, ενώ στο 79’ απέβαλε και τον επιθετικό Ουμπέρτο για κλοτσιά στον Λόραντ, μετά το «δολοφονικό» τάκλιν που είχε δεχθεί.
Απέναντι σε εννιά παίκτες η Ουγγαρία εξαπέλυσε την τελική επίθεσή της και δύο λεπτά πριν το τέλος (88’) ο Κόκτσις έκανε το 4-2 και τα πάντα είχαν τελειώσει. Ή μάλλον, τότε ακριβώς άρχιζαν…

Ξύλο και στα αποδυτήρια

Με το σφύριγμα της λήξης ξέσπασαν συμπλοκές και ο αγωνιστικός χώρος μετατράπηκε σε αρένα. Ο Πινέιρο γρονθοκόπησε τον Μπουζάνσκι, ο Χιντεγκούτι πάτησε το πόδι του πεσμένου στο έδαφος από γροθιά Τζάλμα Σάντος, Βραζιλιάνοι δημοσιογράφοι και φωτογράφοι μπήκαν στο γήπεδο και άρχισαν να χτυπούν αδιακρίτως τους Ούγγρους κι ένα μπουκάλι εκτοξεύθηκε από τον πάγκο της Ουγγαρίας στο κεφάλι του Πινέιρο, με τον Ζεζέ Μορέιρα να φωνάζει ότι το είχε πετάξει ο Πούσκας!
Χρειάστηκε να επέμβει η Αστυνομία για να ξεχωρίσει τον κόσμο, όμως με το που πέρασαν οι δύο ομάδες την φυσούνα ξεκίνησε ο… β’ γύρος! Οι Βραζιλιάνοι έσπασαν τις λάμπες και μέσα στο μισοσκόταδο επιτέθηκαν στα αποδυτήρια των Ούγγρων, όπου έγινε ο… κακός χαμός! Τα τέσσερα ράμματα στο κεφάλι του προπονητή Γκουστάβο Σέμπες από χτύπημα με μπουκάλι ήταν το λιγότερο! Άλλα πέντε μέλη της ουγγρικής αποστολής και δύο Βραζιλιάνοι, χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα.

Ωστόσο η FIFA προς έκπληξη όλων, αποφάσισε να μην επιβάλει καμία τιμωρία. Και απέμειναν τα όσα έγραψε λίγα χρόνια αργότερα στο βιβλίο του ο διαιτητής Άρθουρ Έλις, περιγράφοντας την κατάσταση ως εξής: «Ήμουν σίγουρος ότι θα ζήσω το καλύτερο παιχνίδι που είδα ποτέ. Και έζησα αυτά τα απίστευτα πράγματα. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως πρέπει να τελειώσει ο αγώνας. Μια κομμουνιστική Ουγγαρία αντιμετώπιζε μια βαθιά καθολική Βραζιλία. Είτε πολιτικές είτε θρησκευτικές οι διαφορές, έκαναν τους παίκτες να φέρονται σαν ζώα. Ήταν μια ντροπή»!
Την επομένη του αγώνα, ο δημοσιογράφος των Times στην ανταπόκρισή του έγραψε για «πρωτόγνωρη κατάσταση» και για «παίκτες που έκοβαν τον αντίπαλο με το δρεπάνι». Σε αυτό το κείμενο έβαλε τίτλο: Η Μάχη της Βέρνης! Κι ακριβώς έτσι πέρασε αυτός ο αγώνας στην Ιστορία!

Το «Θαύμα της Βέρνης»

Πάντως, την «Μάχη της Βέρνης» ακολούθησε το «Θαύμα της Βέρνης». Στις 4 Ιουλίου, ακριβώς στο ίδιο γήπεδο, διεξήχθη ο μεγάλος τελικός και έγινε η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα έκπληξη ως προς την κατάκτηση του τροπαίου. Από την μια μεριά το απόλυτο φαβορί Ουγγαρία, που στα ημιτελικά απέκλεισε και την Ουρουγουάη με 4-2, και από την άλλη μία Εθνική, όπου στην φάση των ομίλων είχε δεχθεί 8 γκολ από τους Ούγγρους! Η Δυτική Γερμανία!

Η ομάδα του Ζεπ Χερμπέργκερ είχε πάει στην Ελβετία χωρίς περγαμηνές και χωρίς πολλές φιλοδοξίες. Άλλωστε εκπροσωπούσε μια χώρα που πάλευε απεγνωσμένα να ξανασταθεί στα πόδια της, μέσα από τα συντρίμμια του πολέμου. Ωστόσο κατάφερε να ανασυγκροτηθεί μετά το σοκ της «οχτάρας» από τους Μαγυάρους και αφού νίκησε 7-2 την Τουρκία και πέρασε ως 2η από τον όμιλο, στην συνέχεια βρήκε ρυθμό και με πρωταγωνιστές τον αρχηγό της Φριτς Βάλτερ και τους επιθετικούς Χέλμουτ Ραν και Μαξ Μόρλοκ, νίκησε στα προημιτελικά 2-0 την σπουδαία Γιουγκοσλαβία και στα ημιτελικά συνέτριψε 6-1 την Αυστρία.

Στον τελικό βρέθηκε από την αρχή με την πλάτη στον τοίχο. Στο 6’ ο Πούσκας και στο 8’ ο Τσίμπορ έδωσαν γρήγορο προβάδισμα 2-0 στην Ουγγαρία. Όμως στην συνέχεια οι Δυτικογερμανοί βρήκαν το σθένος να αντιδράσουν και να πετύχουν εξίσου γρήγορα την ισοφάριση, στο 10’ με τον Μόρλοκ και στο 18’ με τον Ραν. Σε όλο το β’ ημίχρονο ο Πούσκας κούτσαινε, καθώς έπαιξε χωρίς να έχει ξεπεράσει πλήρως τον τραυματισμό του, του ακυρώθηκε κι ένα γκολ που μάλλον ήταν κανονικό, κι έξι λεπτά πριν από την λήξη έγινε δυνατό το… αδύνατον! Ο Φριτς Βάλτερ «έστρωσε» στον Χέλμουτ Ραν, αυτός βρήκε χώρο και με σουτ έκανε το 3-2 πετυχαίνοντας έτσι την μεγαλύτερη και πιο ιστορική ανατροπή σε έναν τελικό.

Λένε πολλοί πως αυτή η νίκη της Δυτικής Γερμανίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο έδωσε πίσω την χαμένη αυτοπεποίθηση ενός ολόκληρου λαού, ώστε να βρει την δύναμη να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του. Και έχει μείνει χαραγμένη στην μνήμη όλων των Γερμανών, η φωνή του εκφωνητή Χέρμπερτ Ζίμερμαν, που περιέγραφε για το ραδιόφωνο τον αγώνα: «Έληξε! Έληξε! Πείτε με τρελό αλλά είναι ένα θαύμα! Ένα θαύμα! Η Γερμανία είναι και πάλι κάτι»!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ