Μικρός εμφύλιος – Καίρια διδάγματα

Του Γεωργίου Ιακ. Γεωργάνα

« … H 20 Iουνίου [1863, με το Παλαιό, Ιουλιανό Ημερολόγιο, ημέρα Πέμπτη] ανέτειλε με ουρανόν μολύβδινον του οποίου η ακτινοβολία, μαζί με την πλήρη άπνοιαν, καθίστα πνιγηρότερον τον αφόρητον καύσωνα.  Υπήρξε δε ασυγκρίτως αιματηροτέρα της προτεραίας. … »

Ο βασιλιάς Όθων είχεν εξωσθεί πριν από οκτώ μήνες.  Ο νέος βασιλιάς, ο Γεώργιος Α’, είχεν επιλεγεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις και εγκριθεί από την Εθνοσυνέλευση και επρόκειτο να έλθει σε τέσσαρες μήνες. Τα δύο κόμματα, οι Ορεινοί του, απρόθυμου για τήν πολιτική γηραιοῦ μπουρλοτιέρη, ναυάρχου Κωνσταντίνου Κανάρη και του Πατρινού προκρίτου Μπενιζέλου Ρούφου, κληρονόμοι τού Γαλλικού και του Ρωσσικού κόμματος, και οι Πεδινοί του Δημητρίου Βούλγαρη, κληρονόμοι του Αγγλικού κόμματος, αγωνίζονταν νὰ στρογγυλοκαθήσουν στην εξουσία για να τους βρει εκεί ο νέος βασιλιάς. Οι Ορεινοί είχαν, στα χαρτιά, ατράνταχτη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση.  Αλλά δεν ήταν κόμμα με αρχές και διαδικασίες, ήταν συμμορία προκρίτων. Δεν είχαν στα χέρια τους κράτος. Ούτε κι οι Πεδινοί είχαν. Ούτε κόμμα, ούτε κράτος είχαν κι αυτοί. Ήταν απλά μια άλλη συμμορία. Διότι δεν υπήρχε κράτος. Όπως, λίγο, πολύ, και σήμερα.

Μέσα στον ενθουσιασμό για την και τάχα απελευθέρωση από τον δήθεν τύραννο Όθωνα, οι επαναστατικές αρχές είχαν ελευθερώσει από τις φυλακές και όλους τους κρατουμένους του κοινού ποινικού δικαίου.  Οι στρατιώτες, υπεράριθμοι και, συνεπώς, κακοπληρωμένοι, συμπλήρωναν το εισόδημά τους συνεταιριζόμενοι με απότακτους από το στρατό, που ήταν επαγγελματίες ληστές. Οι λήσταρχοι ήταν υπολογίσιμοι πολιτικοί παράγοντες, αφού μπορούσαν να εξασφαλίσουν, με την βία άν χρειαζόταν, τις ψήφους των ψηφοφόρων σε απομονωμένες περιοχές.

Αφορμή για την έκρηξη του εύφλεκτου αυτού μείγματος στάθηκε η υπουργοποίηση, στο υπουργείο των Στρατιωτικών, του Πάνου Κορωναίου, πού ήταν κόκκινο πανί για τους Πεδινούς και όχι για την κομματική του ένταξη, αλλά για την άμετρη προσωπική του φιλοδοξία.  Στις 2 το πρωί, της 19ης Ιουνίου 1863, στο φυλάκιο κοντά στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου έπεσαν οι πρώτες σφαίρες και τα πρώτα θύματα. Ο Κορωναίος ήταν αυτοπροσώπως παρών!

Η κυβέρνηση του Ρούφου παραιτήθηκε το επόμενο πρωί, της 19ης Ιουνίου, και η Εθνοσυνέλευση, με πρόεδρο τον Διομήδη Κυριακό, ανέλαβε και την εκτελεστική εξουσία.  Αλλά οι οπλοφόροι είχαν πια αφηνιάσει. Λεηλατούσαν, σκότωναν και αλληλοσκοτώνονταν, και, βέβαια, δεν υπάκουαν σε εντολές των πολιτικών ηγετών και, έτσι, η ανακωχή, που συνήφθη με την επέμβαση των πρέσβεων των Προστατίδων και Ευεργετίδων Δυνάμεων, έμεινε κενό γράμμα.

Κατά τις 9 το πρωί της 20ής Ιουνίου, ο Κορωναίος περνούσε, με σημαντική συνοδεία στρατιωτών και όχλου, μπροστά από το κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην τότε πλατεία Λουδουβίκου (sic), σήμερα πλατεία Κοτζιά.  Τότε, βέβαια, το κτίριο της Εθνικής ήταν ένα κοινότατο διώροφο κτίσμα, με πέντε παράθυρα όλα κι όλα στην πρόσοψη κάθε ορόφου. Δίπλα στο μεγάλο «Ξενοδοχείον της Αγγλίας», το κτίριο της Τράπεζας φαινόταν σαν καλύβι. Ο Κορωναίος ισχυρίσθηκε ότι η ολιγάριθμη φρουρά χωροφυλάκων της τράπεζας τον πυροβόλησε, αυτόν ή την συνοδεία του.  Συνδυάζοντας το νομιζόμενο απ’ αυτόν δίκαιο με το επίσης νομιζόμενο ωφέλιμο, κατεύθυνε τα φιλικά σ’ αυτόν στρατεύματα να επιτεθούν στην τράπεζα. Μέσα στην ἀρχομανία του δεν συλλογίσθηκε ότι, αν ο όχλος εκπορθούσε την τράπεζα, δεν επρόκειτο βέβαια να την προσφέρει στην εξουσία του Κορωναίου. Απλά θα την λαφυραγωγούσε «δι’ ίδιον λογαριασμόν».

Έγινε μάχη. Πριν κλείσουν την θύρα και οχυρωθούν μέσα στο κτίριο, χωροφύλακες σκοτώθηκαν στο κατώφλι της τράπεζας και οι κηλίδες από το αίμα τους έμειναν εκεί για πολύν χρόνο αργότερα.  Οι Ορεινοί έφεραν κανόνια στο Βαρβάκειο, δηλαδή στην σημερινή Βαρβάκειο Αγορά, και στην πλατεία Ομονοίας και κανονιοβολούσαν την τράπεζα από τις δυο μεριές για τουλάχιστον τρεις ώρες. Μέσα στο κατάστημα ήταν ο διοικητής Γεώργιος Σταύρου και ο υποδιοικητής Ευθύμιος Κεχαγιάς.  Ζήτησαν επικουρία και έλαβαν βοήθεια από μονάδες του στρατού που αντιπολιτεύονταν τον Κορωναίο. Έτσι η τράπεζα κράτησε μέχρι την επομένη, 21 Ιουνίου, οπότε συνήφθη δεύτερη ανακωχή. Η νέα οκταμελής κυβέρνηση, «του Οροπεδίου», υπό τον Ρούφο είχε ίσο αριθμό υπουργών από τις δύο πολιτικές μερίδες. «Τα Όρνεα κι οι Πετεινοί, κυβέρνησις προσωρινή», την τραγούδησε η δημώδης μούσα.

Αλλά ο απολογισμός ήταν τραγικός.  Διακόσιοι νεκροί και τραυματίες, ισάριθμοι, αναλογικά με τον πληθυσμό, με τις απώλειες της μάχης του Γκέττυσμπουργκ που έγινε τις ίδιες ακριβώς ημέρες (1-3 Ἰουλίου 1863, με το Νέο, Γρηγοριανό Ημερολόγιο, ημέρες Τετάρτη ώς Παρασκευή) στην Αμερική !  Χειρότερη ήταν η ταπείνωση : « … οι υπογεγραμμένοι [πρέσβεις των Τριών Δυνάμεων] … διακηρύττουν μεγαλοφώνως, [ότι] δεν υπάρχουν παρά μόνον ένοχοι φιλοδοξίαι, των οποίων την βαθυτάτην αθλιότητα τίποτε δεν ημπορεί να αποκρύψει και αι οποίαι διαφιλονεικούν εφήμερον εξουσίαν, αδιάφοροι προ του κινδύνου να ρίψουν το Έθνος ολόκληρον εις άβυσσον, όπου δύνανται να καταποντισθούν αι τύχαι του. …».  Και επιλέγει ο Εμμανουήλ Λυκούδης « … Μεγάλαι αλήθειαι, αν και απορρεύσασαι από γραφίδα διπλωματών ! Προσθέτω μάλιστα και αιώνιαι αλήθειαι, διότι κατά πάσαν περίστασιν αι ένοχοι φιλοδοξίαι δύνανται να σύρουν όπισθεν αυτών την ακολουθίαν τοιούτων καταστροφών. …»

Αλλά υπήρξαν και πιο χειροπιαστές συνέπειες «… Επί μήνας πολλούς αι πελώριαι σημαίαι των τριών προστατίδων Δυνάμεων ανηρτημέναι από τού εξώστου της Εθνικής Τραπέζης έφθανον σχεδόν μέχρι του εδάφους· και εις τας διαφόρους τής Τραπέζης σκοπιάς και εις το εσωτερικόν αυτής εφρούρουν Άγγλοι πεζοναύται, με τας ερυθράς τότε στολάς, και Γάλλοι και Ρώσοι ναῦται.

»Και αφηγούμαι τελευταίαν την εξής λεπτομέρειαν :

»Όταν έγεινεν η κατά της Εθνικής Τραπέζης επίθεσις η πρόσοψις αυτής είχε χρώμα βαθυκύανον. Αι απειράριθμοι δε βολαί τών όπλων είχον ανοίξει επιπολαίους οπάς, αι οποίαι παρίστων αυτήν ως έναστρον ουρανόν. Και εν τω μέσω αυτών έχαινον σπηλαιώδεις αι οπαί τών βλημάτων τών μικρών πυροβόλων τών επιτεθέντων, τα οποία είχον διανοίξει εις το βάθος του τοίχου αυτάς τας κουφάλας, χωρίς όμως να έχουν την δύναμιν ούτε να τον κρημνίσουν, ούτε να διατρήσουν όλον το πάχος αυτού. Και έν δε μόνον πυροβόλον μεγάλης ολκής εάν είχον εις την διάθεσίν των οι επιτιθέμενοι, η τύχη τής Εθνικής Τραπέζης ήθελεν είσθαι πολύ διάφορος.

»Επί μακρότατον χρόνον η πρόσοψις της Εθνικής Τραπέζης παρουσίαζεν αυτήν την κατάστασιν. Ήτο και έμενεν αυτή οία ήτο και κατά την επιούσαν τής επιθέσεως. Όσον και αν τούτο εφαίνετο απίστευτον είναι όμως αληθές.

»Εχρειάσθη μέγα χρονικόν διάστημα, διετία ίσως, δια να καμφθεί ο διοικητής αυτής, Γεώργιος Σταύρου, όπως συναινέσει εις την εξάλειψιν των ευγλώττων τούτων μαρτυριών τής κατα τής Τραπέζης επιδρομῆς. Η οργή του άκαμπτος και ακοίμητος είχεν αποβεί χρονία. Ενόμιζεν ότι δεν είχε το δικαίωμα να στερήσει τους μεταγενεστέρους από έν δίδαγμα έως πού δύνανται να φέρουν οι εμφύλιοι σπαραγμοί. »

Αλλοίμονο, ο Λυκούδης έγραψε αυτό το κείμενο τον Ιανουάριο του 1922, επτά χρόνια από την έναρξη του Εθνικού Διχασμού, τις άμεσες και τις μακροχρόνιες συνέπειες του οποίου επρόκειτο να ζήσει η χώρα για πολλά ακόμη χρόνια. Ίσως, μάλιστα, συνεχίζουμε να τις ζούμε και σήμερα.

Σημ.: Ο Κανάρης έχασε έναν από τους γιούς του, τον υπολοχαγό Αριστείδη Κανάρη, στις συγκρούσεις αυτές, των Ιουνιανών ή Ιουνιακών του 1863.  Ἠ σύζυγος του ναυάρχου Κανάρη, Δέσποινα, έκοψε τα μαλλιά της και δεν απέβαλε το πένθος μέχρι την δική της εκδημία.