ΚΙΛΚΙΣ-ΛΑΧΑΝΑΣ, το σφαγείο του Β βαλκανικού πολέμου

 -  23:03

175

*Του Στέφανου Καβαλλιεράκη

Αν ο Α Βαλκανικός πόλεμος έφερε τη Θεσσαλονίκη στα ελληνικά χέρια, ο Β Βαλκανικός πόλεμος είναι αυτός που καθόρισε τη τύχη της Μακεδονίας. Διήρκησε μόλις ένα μήνα από τις 16 Ιουνίου του 1913 έως τις 18 Ιουλίου του ίδιου έτους. Η Ελλάδα έχοντας συνάψει συνθήκη ειρήνης με τη Βουλγαρία συγκρούστηκε με τη Βουλγαρία για την κυριαρχία στην Ανατολική Μακεδονία κυρίως. Η καθοριστική μάχη υπήρξε εκείνη του Καλινόβου – Κιλκίς – Λαχανά που είναι περισσότερο γνωστή ως Μάχη του Κιλκίς – Λαχανά. Μια από τις φονικότερες και σκληρότερες μάχες που έλαβε ποτέ μέρος ο ελληνικός στρατός.

Στις 26 Οκτωβρίου 1912 την ώρα που οι ελληνικές δυνάμεις έμπαιναν στη Θεσσαλονίκη , οι βουλγαρικές κατελάμβαναν το Κιλκίς το οποίο σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν ως ορμητήριο για την επανάκαμψη τους στη Μακεδονία. Στις 16 Ιουνίου 1913 μεταφέρουν αιφνιδιαστικά στρατιωτικές δυνάμεις από τη Θράκη στη Μακεδονία και επιτίθενται στις ελληνοσερβικές δυνάμεις, ο Β Βαλκανικός πόλεμος ξεκινά.

Οι Βούλγαροι είχαν πραγματοποιήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο οχυρωματικών έργων και δημιούργησαν μία αμυντική γραμμή που εκτεινόταν από το Καλίνοβο (σήμερα Σουτογιαννέικα Κιλκίς) μέχρι το χωριό Λαχανάς στα βόρεια του σημερινού Νομού Θεσσαλονίκης. Ειδικά τα οχυρωματικά έργα στην περιοχή του Κιλκίς είχαν ανάπτυγμα γύρω στα 10 χιλιόμετρα και βάθος έξι χιλιόμετρα.

Το ελληνικό επιτελείο, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό της 16ης Ιουνίου, αποφάσισε να επικεντρώσει την κύρια επιθετική του ενέργεια στη γραμμή Καλινόβου – Κιλκίς – Λαχανά. Αν κατόρθωνε να εκπορθήσει τη βουλγαρική αμυντική γραμμή, ο δρόμος προς την κοιλάδα του Στρυμώνα και τις Σέρρες ήταν ανοιχτός. Διαφορετικά διακυβευόταν η τύχη της Θεσσαλονίκης και των ελληνικών στρατιωτικών επιτυχιών στη Μακεδονία.

Στις 20 Ιουνίου, δεύτερη μέρα της μάχης, το Γενικό Στρατηγείο έδωσε εντολή για γενική επίθεση σε όλο το μέτωπο. Στο δεξιό άκρο του μετώπου η 7η Μεραρχία ανέτρεψε τούς βούλγαρους και μπήκε στη Νιγρίτα, οι μεραρχίες του κέντρου προχωρούν προς το Κιλκίς με πολύ αργό ρυθμό, γιατί η άμυνα των Βουλγάρων, πού έκαναν συνεχώς ισχυρές αντεπιθέσεις, ήταν σθεναρή. Στο τομέα του Λαχανά η 1η Μεραρχία (στρατηγός Μανουσογιαννάκης) προχώρησε πιο γρήγορα προς τις νότιες προσβάσεις της οχυρωμένης τοποθεσίας και κυρίευσε και 6 εχθρικά κανόνια.

Στο σούρουπο της 20ης Ιουνίου η κατάσταση είναι πολύ κρίσιμη. Η αντίσταση των Βουλγάρων είναι λυσσαλέα. Το ελληνικό πεζικό έπρεπε να τούς βγάζει με τις λόγχες από τα χαρακώματά τους και οι απώλειες ήταν τεράστιες. Τότε ακούστηκε το περίφημο Εφ’ όπλου, λόγχη! Εμπρός από τον ταγματάρχη Βελισσαρίου. Το Γενικό Στρατηγείο έστειλε νέα διαταγή στις Μεραρχίες του κεντρικού μετώπου να κυριεύσουν «πάση θυσία» το Κιλκίς, πριν σκοτεινιάσει. Η 2η Μεραρχία (στρατηγός Καλάρης) σε εκτέλεση της διαταγής εξαπέλυσε νυκτερινή επίθεση με φοβερές απώλειες (οι περισσότεροι αξιωματικοί τέθηκαν εκτός μάχης). Ανατρέποντας την μία μετά την άλλη τις 3 γραμμές άμυνας των Βουλγάρων, στις 9:40 το πρωί της 21ης Ιουνίου, ἡ ελληνική σημαία κυματίζει στη πόλη και ο διοικητής στρατηγός Καλάρης τηλεγραφεί στο Γενικό Επιτελείο:

«Ἀγγέλω νίκην Κιλκίς. Ἐχθρός ὑποχωρεῖ ἐγκαταλείψας ὀχυρωμένας θέσεις…»

Κατά ανακοίνωση του Στρατηγείου οι απώλειες ανήλθαν σέ 10.000 νεκρούς και τραυματίες. Στην πραγματικότητα οι απώλειες αυτές δεν πρέπει να ξεπέρασαν τούς 8.670 νεκρούς και τραυματίες, σε σύνολο περίπου 110.000 περίπου ανδρών των 8 Μεραρχιών καί της Ταξιαρχίας Ἱππικού, πού πήραν μέρος στη τριήμερη μάχη Κιλκίς – Λαχανά). Οι απώλειες από τη βουλγαρική πλευρά ήταν 6.971 άνδρες νεκροί και τραυματίες, καθώς και 2.500 αιχμάλωτοι.

Είναι χαρακτηριστικό της μάχης ὁ θάνατος 10 διοικητών μονάδων: Καμάρας, Καμπάνης, Παπακυριαζής, Κορομηλᾶς, Καραγιαννόπουλος, Διαλέτης, Κουτήφορης, Κατσιμήδης, Χατζόπουλος, Ἰατρίδης. Μία εξήγηση για το φαινόμενο μας δίνει ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης στα απομνημονεύματά του:

«Οι Βούλγαροι είχαν ορίσει καλούς σκοπευτές για να χτυπούν ειδικά τους αξιωματικούς που φαίνονταν γιατί γυάλιζαν τα χρυσά γαλόνια στο καπέλο και τις επωμίδες. Ύστερα από αυτό διατάχτηκε όλοι οι βαθμοφόροι να βγάλουν τα διακριτικά τους για να μην γνωρίζονται από μακριά».

Μεταξύ των  διοικητών συνταγμάτων πού έπεσαν στην μάχη του Κιλκίς, είναι και ο Αντώνιος Καμπάνης, διοικητής του 8ου Συντάγματος της 4ης Μεραρχίας. Τον ίδιο καιρό ο γιός του Δημήτριος, υπηρετεί και αυτός ως στρατιώτης. Στο βιβλίο του «Αναμνήσεις του Πολέμου και της Ειρήνης» περιγράφει τη σκηνή πού σπεύδει για τον «τελευταίο ασπασμό» καθώς φτάνει στη μεγάλη σκηνή πού ήταν το χειρουργείο της IV Μεραρχίας:

«Μπήκα στη σκηνή και πάνω σ’ ένα φορείο είδα τον πατέρα. Είχε τα μάτια ανοιχτά. Το πρόσωπο γελαστό και ευχαριστημένο. Μόνο το στήθος του ήταν γεμάτο τρύπες. Στα χέρια του φορούσε γάντια καλοκαιρινά χακί, αλλά όπως ήταν σκισμένα και κρεμασμένα, κατάλαβα ότι είχαν κοπεί τα δάχτυλά του. Αργότερα, όταν είδα τα κιάλια του, πού ήταν και αυτά γεμάτα βλήματα, αντιλήφτηκα πώς η οβίδα είχε σκάσει την ώρα πού τα σήκωνε, για να παρατηρήσει τις εχθρικές θέσεις.
Το θέαμα για μένα ήταν τραγικό, αλλά μεγαλύτερη ακόμη συγκίνηση μου προξένησαν οι εκατοντάδες τραυματίες του Συντάγματός του, πού περνούσαν και τον ασπάζονταν κλαίγοντας. Άκουσα μερικούς να λένε: Ήταν αυστηρός, αλλά δίκαιος και αγαπούσε τούς άνδρες του».

*Ο Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι ιστορικός, Δρ. Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου.