Η Γερμανία στην εποχή του Τράμπ!

Ανάλυση του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Η Γερμανία όσο και να είναι δυσάρεστο, λόγω της πολιτικής της στον εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως λόγω της πολιτικής της έναντι της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, είναι μια χώρα κομβική για τις εξελίξεις στην Γηραιά Ήπειρο, ενόψει του αναδυόμενου νέου διεθνούς συστήματος. Λόγω γεωγραφικής θέσης, ποιότητας εδάφους, δομής, και άλλων φυσικών και ποιοτικών στοιχείων είναι μια χώρα με προοπτική αλλά και μια χώρα που αντιμετωπίζει προκλήσεις.

Όσο και εάν είναι μεγάλη η Γερμανία, οι Γερμανοί δεν πρόκειται να έχουν ποτέ ποσοτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, με αποτέλεσμα η μόνη επιλογή που έχουν είναι το να είναι καλύτεροι σε όλα, υποδομές, εκπαίδευση, σχεδιασμό, οικονομικά, κατασκευές, και πολλά άλλα.

Η υψηλή παραγωγική ικανότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας σημαίνει ότι ολόκληρη η περιοχή ήταν η πρώτη στον κόσμο που αστικοποιήθηκε. Συνδυάστε ένα πυκνό πληθυσμιακό αποτύπωμα με μια γεωργικά πλούσια ζώνη όπως η βόρεια ευρωπαϊκή πεδιάδα, οι γαλλικές πόλεις και οι ολλανδικές πόλεις και οι πόλεις της Πολωνίας και οι πόλεις της Δανίας, είναι τόσο κοντά στις γερμανικές πόλεις, που ο ένας βρίσκεται μέσα στις επιχειρήσεις του άλλου. Οι Γερμανοί είναι ένας λαός που είναι καλός σε όλα τα επίπεδα. Οι επιτυχίες και η αποτελεσματικότητα της Γερμανίας, την καθιστούν, μια υπαρξιακή απειλή, για όλους τους άλλους, προκαλώντας μια πανευρωπαϊκή συμμαχία που συνασπίζεται εναντίον της.

Το Βερολίνο μπορεί να το αντιμετωπίσει αυτό με δύο τρόπους. Η πρώτη επιλογή είναι να το αντιμετωπίσει με την ελπίδα ότι κανείς δεν θα τη βάλει στο στόχο. Κάθε φορά που οι Γερμανοί έχουν επιλέξει αυτή την επιλογή, στο τέλος έχουν υποστεί καταστροφική ήττα και διαμελισμό. Η δεύτερη επιλογή είναι να επιτεθεί πρώτη, πρ0σπαθώντας να επικρατήσει των αντιπάλων της πριν την υπερκεράσουν. Επίσης, όποτε έχει επιλέξει αυτή τη στρατηγική, η Γερμανία έχει υποστεί κατακλυσμική ήττα και διαμελισμό.

Παρόλα αυτά η μεταπολεμική εποχή είναι διαφορετική για τη Γερμανία, σε σχέση με το τι είχε συμβεί στο παρελθόν. Στην εποχή πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλες οι αυτοκρατορικές δυνάμεις μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, ενεπλάκησαν σε διαρκείς πολέμους. Το εμπόριο μεταξύ τους, διατηρήθηκε εσκεμμένα ελεγχόμενο, διότι οι εμπορικές σχέσεις με το φίλο του σήμερα, μπορεί πολύ σύντομα να εξελιχθούν σε εξάρτηση από τον εχθρό του αύριο (κάτι πολύ σημαντικό για τις εξελίξεις που έχουμε αρχίσει να βιώνουμε σήμερα).

Η πολυετής αναζήτηση της Γερμανίας για ανώτερη ποιότητα χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς και οι Γερμανοί τα κατάφεραν πάρα πολύ καλά. Από την ενοποίησή τους το 1871, οι Γερμανοί κατάφεραν τριπλάσιες, ίσως και περισσότερες, απώλειες στους εχθρούς τους από ότι δέχθηκαν. Ο συνδυασμός ενός τέτοιου εσκεμμένα διασπασμένου διεθνούς συστήματος με τις αυξανόμενες βιομηχανικές τεχνολογίες και την τάση της Γερμανίας για τελειότητα μας οδήγησε στην αναπόφευκτη φρίκη του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.

Όπως έχω αναφέρει και σε προηγούμενο άρθρο μου, στο τέλος του πολέμου οι Αμερικανοί δωροδόκησαν όλες τις δυνάμεις – συμμάχους του πολέμου, όπως τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και εχθρούς, όπως η Ιαπωνία και η Γερμανία , για να συμμετάσχουν στη συμμαχία του Bretton Woods. Οι αντίπαλοι που προκάλεσαν τον πόλεμο βρέθηκαν υπό αμερικανική στρατηγική ηγεσία. Οι πιο επιτυχημένες από αυτές τις δυνάμεις ήταν αυτοί που μπορούσαν να ανακατασκευάσουν τα συστήματά τους για να εκμεταλλευτούν πλήρως έναν κόσμο ανοικτών συνόρων, έναν κόσμο όπου οι Αμερικανοί παρείχαν ελεύθερη ασφάλεια για όλους, έναν κόσμο όπου όλες οι εξουσιαστικές δυνάμεις ευθυγραμμίζονταν, έναν κόσμο όπου το εμπόριο δεν ήταν κάτι που φοβόταν, αλλά κάτι που έπρεπε να αγκαλιάσει. Καμία χώρα δεν το έκανε καλύτερα αυτό από τη Γερμανία.

Επειδή η Γερμανία ήταν ηττήθηκε, οι Γερμανοί είχαν το πλεονέκτημα μιας καθαρής εκκίνησης. Το παλαιό καθεστώς όχι απλώς εκδιώχθηκε, εκτελέστηκε. Οι σύμμαχοι επέβαλαν ένα νέο σύνταγμα, το οποίο καθιέρωσε μια σειρά νομικών οδοφραγμάτων για να κρατήσουν τα εξτρεμιστικά κόμματα μακριά από την εξουσία λήψης αποφάσεων.

Ο πραγματικός μετασχηματισμός ήταν στη γερμανική βιομηχανία. Μετά από αιώνες που ο γερμανικός στρατός ήταν ο πρώτος και σημαντικότερος πελάτης της, η επιλογή να επενδύσει, στη Γερμανία, ήταν ένα δώρο. Η ικανότητα της Γερμανίας για αποδοτικότητα και οργάνωση δεν κατευθύνονταν πλέον στην εξυπηρέτηση των αναγκών των SS ή της Wehrmacht, αλλά στη χρήση των καλύτερων τεχνολογιών για την ανοικοδόμηση της χώρας από την αρχή. Οι ελλείψεις ενέργειας αποτέλεσαν παρελθόν. Το αποτέλεσμα ήταν μια από τις μεγαλύτερες περιόδους οικονομικής ανάπτυξης στην παγκόσμια ιστορία (στη Δυτική Γερμανία).

Όταν ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε, οι Γερμανοί προχώρησαν από την καλύτερη εποχή της ύπαρξής του σε κάτι ακόμα καλύτερο. Οι δύο Γερμανίες επανενώθηκαν. Η Γερμανία απέκτησε πρόσβαση σε δώδεκα νέους προμηθευτές πετρελαίου. Οι πρώην σοβιετικοί δορυφόροι προς την ανατολική και νοτιοανατολική Γερμανία εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Αντί να είναι μια χώρα στην πρώτη γραμμή του μετώπου, η Γερμανία ήταν τώρα περιτριγυρισμένη από συμμάχους και εταίρους που ήταν όλοι μέλη της παγκόσμιας δομής που είχε εξασφαλιστεί από την Αμερική. Οι αμυντικές δαπάνες κατέρρευσαν και τα κονδύλια διοχετεύτηκαν στο να γίνει η Γερμανία μια βιομηχανική υπερδύναμη.

Ταυτόχρονα, η άνοδος του ευρώ έθεσε τον ευρωπαϊκό χώρο υπό γερμανική οικονομική ηγεσία. Ακόμα και η αδυναμία ορισμένων από τα μέλη του ευρώ (Ελλάδα , Ιταλία) βοήθησε τη Γερμανία. Με τη Γερμανία στην ίδια νομισματική ζώνη με τις ασθενέστερες οικονομίες, η τιμή του ευρώ ήταν ασθενέστερη από ένα καθαρά γερμανικό νόμισμα. Οι γερμανικές εξαγωγές δεν ήταν πλέον ανταγωνιστικές μόνο στην ποιότητα, αλλά και στο κόστος. Μια δεύτερη χρυσή εποχή ανέτειλε για το Βερολίνο.

Ήταν πολύ καλό για να διαρκέσει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από το 1992 άρχισαν να απομακρύνονται από τη διατήρηση του συστήματος παγκόσμιας σταθερότητας που είναι τόσο κρίσιμο για την επιτυχία της Γερμανίας.

Το πρώτο καυτό μέτωπο για το Βερολίνο στο αναδυόμενο νέο διεθνές σύστημα έχει να κάνει με τη Ρωσία.  Η όλη ιδέα του συστήματος του Bretton Woods ήταν να αποκλείσει τους Ρώσους. Η απομάκρυνση της Ουάσιγκτον από το Bretton Woods, η Ρωσία δεν είναι πλέον αντίπαλος, αλλά και ένας δυνητικός εταίρος σε μια ατελείωτη, πολύπλευρη ισορροπία εξουσίας. Και σχεδόν κάθε φορά που κάποιος έχει σκεφτεί τους Ρώσους ως συνεργάτη, στο τέλος ακολούθησε κρίση ανάμεσα στη Μόσχα και το Βερολίνο.

Το δεύτερο μέτωπο αφορά την Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε θέση να υπάρχει επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες κρατούν τις ευρωπαϊκές χώρες ασφαλείς τόσο από τις εξωτερικές δυνάμεις όσο και μεταξύ τους. Η Γερμανία είναι η οικονομική καρδιά της ΕΕ και η Γερμανία είναι μια οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές, η οποία καθιστά κάθε άλλο κράτος της ΕΕ ενσωματωμένο και εξαρτώμενο στις εξαγωγικές γερμανικές αλυσίδες εφοδιασμού. Αφαιρέστε την ασπίδα ασφαλείας των ΗΠΑ, και το όλο το σύστημα  καταρρέει, εάν βέβαια όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά προβλήματα όπως το ευρώ, το δημόσιο χρέος, οι κακές τράπεζες, τα τραγικά δημογραφικά στοιχεία, το μεταναστευτικό, δεν οδηγήσουν στην καταστροφή την ΕΕ.

Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η κυρίαρχη συναισθηματική κατάσταση της Καγκελαρίου της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ, αυτή την εποχή είναι σε κακό χάλι, ειδικά μετά την τελευταία Σύνοδο Κορυφής του G7 στον Καναδά.

Παρόλα αυτά,  η αδράνεια δεν είναι επιλογή και έτσι η Γερμανία αντιμετωπίζει και πάλι την αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ δύναμης και φόβου. Οι Γερμανοί του καθεστώτος του Bretton Woods μπόρεσαν να έχουν παγκόσμια οικονομική εμβέλεια χωρίς αντίστοιχη στρατιωτική εμβέλεια. Η αφαίρεση αυτού του συστήματος αναγκάζει τους Γερμανούς,  είτε να προχωρήσουν σε μαζική αποβιομηχανοποίηση, ώστε η οικονομία τους να ταιριάξει με την τρέχουσα στρατιωτική τους δύναμη, είτε να προχωρήσουν σε μαζικούς εξοπλισμούς, ώστε ο στρατός τους να μπορεί να διατηρήσει την τρέχουσα οικονομική δύναμη. Στο παρελθόν η πρώτη επιλογή έφερε τον τριακονταετή πόλεμο, τη Μεγάλη Ύφεση και τη σχεδόν κατάρρευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η δεύτερη επιλογή έφερε τους Ναζί, τους δυο Παγκόσμιους Πολέμους, και τη σχεδόν κατάρρευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Το πιθανότερο είναι ότι οι Γερμανοί θα καταλήξουν να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Δεν έχουν επί του παρόντος τον στρατό που απαιτείται για να φροντίζουν τα δικά τους συμφέροντα και δεν έχουν μια βιώσιμη οικονομία χωρίς κάποιον ισχυρό να τους στηρίζει αμυντικά. Αυτό που έχουν είναι μερικοί γείτονες που βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις, πολλές από τις οποίες συνδέονται επίσης με προϋπάρχουσες και σίγουρα μη στρατιωτικές γερμανικές αλυσίδες εφοδιασμού παραγωγής.

Λόγω του συστήματος του Bretton Woods, του ΝΑΤΟ, της Σοβιετικής κατάρρευσης και του ευρώ, υπάρχει ένα τόξο χωρών που έχουν γενικά τις ίδιες ανησυχίες με το Βερολίνο. Ένα ευρωπαϊκό σύστημα υπό κατάρρευση, ένα μοντέλο εφοδιαστικής αλυσίδας που εξαρτάται από την εξωευρωπαϊκή τελική κατανάλωση, η ανησυχία για τα μεγάλα μεταναστευτικά κινήματα, η έλλειψη τοπικών ενεργειακών πόρων και, κυρίως, η επάνοδος της Ρωσίας.

Για την Πολωνία, την Τσεχία, την Ουγγαρία, και τη Σλοβακία ισχύουν όλα τα παραπάνω. Η Εσθονία, η Λάτβια. Η Λιθουανία, η Σουηδία, η Φιλανδία, και η Δανία, έχουν τα ίδια θέματα, εκτός του θέματος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Το Βέλγιο, η Ολλανδία, και η Αυστρία, έχουν όλα τα άλλα εκτός του προβλήματος της Ρωσίας.

Οι δύο πρώτες ομάδες χωρών δείχνουν ένα μίνι γερμανοκεντρικό ΝΑΤΟ. Οι δυο επόμενες, δείχνουν μια μίνι γερμανοκεντρική ΕΕ, η οποία είναι πολύ πιθανόν να πουλά στρατιωτικό εξοπλισμό στο μίνι γερμανοκεντρικό ΝΑΤΟ.

Και τα δυο αυτά σενάρια είναι πολύ δύσκολο να αντέξουν στο τεστ του χρόνου. Τα δημογραφικό πρόβλημα της Ρωσίας είναι τόσο τραγικό που δεν πρόκειται να είναι μακροπρόθεσμο πρόβλημα και μια συμμαχία δεν έχει ύπαρξη απουσία αξιόπιστου εχθρού. Μια αλλαγή στο σύστημα εφοδιαστικής αλυσίδας, χρειάζεται αγορά, και όταν εξαφανιστεί η απειλή του πολέμου, τότε τι  μένει. Ένα γερμανοκεντρικό σύστημα οποιασδήποτε μορφής είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις από Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία και Τουρκία, σε χρόνο μηδέν.

Είναι λοιπόν βέβαιο ότι σε αντίθεση με το παρελθόν μιας αποστρατικοποιημένης Γερμανίας, και μιας Γερμανίας πολεμικής μηχανής, το Βερολίνο θα προσπαθήσει μια μέση οδό. Πρόκειται για ένα στοίχημα που εάν της βγει μπορεί να οδηγήσει σε ένα ακόμα καλύτερο μέλλον. Βλέποντας την πολιτική της Ουάσιγκτον, υπό τον Πρόεδρο Τράμπ, και τα σημάδια ότι ο Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν το έχει αντιληφθεί αυτό, δεν πρόκειται να είναι εύκολο.

 

*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.