Η Σφαίρα, η Αρχόντισσα και ο Φίλος Καημός

 -  01:20

591

Μιλούσα με την μητέρα μου στο τηλέφωνο και με δυσκολία μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυα μου κι έλεγα στον εαυτό μου πως μπορώ να μην κλάψω για λίγο ακόμη γιατί ήταν τόσος ο δικός της καημός που δεν χρειαζόταν και τον δικό μου. Η Σφαίρα, το σκυλί των γονιών μου, αλλά κυρίως το σκυλί του πατέρα μου χρειάζεται να κάνει ευθανασία γιατί είναι τόσο άρρωστη, πια, που πονά και ταλαιπωρείται πολύ. Η Σφαίρα είναι ένα Ηπειρώτικο μαστίφ, μία όμορφη, περήφανη σκύλα 60 κιλών. Αγαπούσε πολύ τα ζώα ο πατέρας μου.

*Γράφει η Αργυρώ Κουτσού

Μείναμε δυο μέρες άπλυτοι εκεί γύρω στα 6 μου, γιατί στην μπανιέρα μας είχε βάλει χέλια που του είχαν στείλει από λάθος ζωντανά κι έψαχνε να τα δώσει για να μην χρειαστεί να τα σκοτώσει εκείνος. Κι ένα Πάσχα, όταν ήμουν 14 χρονών, ένας συνεργάτης του καϊκάς στην Κρήτη του είχε πει «Μιχάλη, να σου στείλω μαζί με τα ψάρια κι ένα καλό αρνί για το Πάσχα;» και ο πατέρας μου είχε πει ναι και εκείνος έστειλε το αρνάκι γάλακτος ζωντανό για να δούμε τι καλόζωισμένο και καθαρό ήταν, κι έτσι η Χιονάτη έμεινε στην βεράντα του τρίτου ορόφου στην Αργυρούπολη για τρεις μήνες και της είχαμε ένα κόκκινο περιλαίμιο και η δόλια η μάνα μου μάζευε βιρβιλιές όλη μέρα. Εμείς τα παιδιά, και ο Τόμυ, το κόλλευ με το οποίο μεγάλωσα από τα έξι μου ως και τα 25, όμως πολύ φχαριστιόμασταν το αρνι. Και μετά βρήκε και την έδωσε σε ένα μαντρί και μεγάλο καημό πάθαμε. Μα τον περάσαμε κι αυτόν.

Καταλαβαίνεις πως στο σπίτι μας είχαμε πάντα ζώα. Μεγάλωσα με σκυλιά. Γάτες δεν είχαμε γιατί εκεί είχε ασκήσει βέτο η μαμά μου. Όμως εγώ λαχταρούσα έναν μαύρο γάτο κι εκείνος βρήκε ένα μαύρο γατί στην ψαραγορά, όχι την Βαρβάκειο, την επαγγελματική, στην Δραπετσώνα, στην Σκάλα, όπως την λένε οι ψαράδες και μου τον έφερε στα γενέθλια μου, όταν ήμουν 17 χρονών, λέγοντας στην έκπληκτη  μάνα μου πως δεν μπορεί να μην αφήσει το δώρο του παιδιού να μείνει στο σπίτι. Και μετά δεν ήθελε να τον στειρώσει «γιατί είναι αμαρτία να μην χαίρεται το ζώο τη φύση του» κι έτσι ο Ντάρκυ, ο μαύρος μου γάτος, απέκτησε τη Σίσσυ, την Σιαμέζα, κι εμείς αποκτούσαμε κάθε έξι μήνες και λίγα γατσούνια, που τα δίναμε, αλλά μέχρι να φύγουν όλα, είμασταν κάπως σαν το σπίτι των τρελλών. Ο πατέρας μου είχε μία επιθυμία. Ήθελε έναν αληθινά μεγαλόσωμο σκύλο.  Το κόκκερ μας είχε πεθάνει από βαθειά γεράματα επίσης στα δεκαεννέα, στις αρχές του 2004, και για ένα εξάμηνο περίπου δεν είχαν σκυλί οι γονείς μου. Και τότε εμφανίστηκε η Σφαίρα. Κάποιος έφυγε για διακοπές, την άφησε σε μία πανσιόν για ζώα και δεν επέστρεψε ποτέ να την πάρει.  Δεν θυμάμαι ποιος είπε στον μπαμπά μου για αυτήν και πάω μια μέρα να τους δω και πέφτω πάνω στο τέρας. Τρόμαξα με τον όγκο της. Κι επειδή δεν ζούσα μαζί τους, αλλά και τα καλοκαίρια δεν πολυπήγαινα στο εξοχικό, με την Σφαίρα ήμουν κάπως ασύνδετη.

Όμως κάποια στιγμή που νοσηλεύτηκε ένας γονιός μου κι άλλος έμενε συνέχεια πλάι του, εγώ έπρεπε να πηγαίνω σπίτι τους και να βγάζω βόλτα τη Σφαίρα. Και κάπως την συμπάθησα. Είχα ξεχάσει την ηρεμία που σου δίνει η βραδυνή βόλτα με ένα σκύλο στο πλάι σου. Το περπάτημα που κάνεις από αγάπη για το ζώο σου. Έτσι, από τότε, και για τα επόμενα χρόνια, με την Σφαίρα γίναμε φίλες. Ξάπλωνα στο χαλί μαζί της και με αγκάλιαζε ολόκληρη.

Κι όταν πέθανε ο μπαμπάς μου, η Σφαίρα έγινε ο βράχος της μαμάς μου. Κι εγώ την ευγνωμονούσα για αυτό. Γιατί την κράτησε σε κίνηση. Της έδωσε λόγο να σηκωθεί από το κρεβάτι. Την έβγαζε το πρωί, το απόγευμα και το βράδυ. Όπως έκανε ο πατέρας μου. Και η Σφαίρα, το βράδυ, πήγαινε και ξάπλωνε στην άδεια μεριά του κρεβατιού. Έτσι, το νέο της Σφαίρας, με γονάτισε. Γιατί μου ζωντάνεψε την απώλεια. Κι έκλαιγα και για το μπαμπά μου και για το σκυλί και για την μαμά μου , καθισμένη οκλαδόν στην πετσέτα μου στην θάλασσα, όταν ακούω μία φωνή να με ρωτά: «Τι έχεις κοπελούλα μου και σπαράζεις την καρδιά σου;»  Γυρνώ και βλέπω μία πολύ όμορφη κυρία γύρω στα 75, με ολόσωμο μαγιώ μπλε ναυτικό με μία λευκή τρέσσα στο ντεκολτέ κι ένα κολυμβητικό καπελάκι – έτσι τα λένε αυτά; – μπλε με λευκές μαργαρίτες. «Πεθαίνει η σκύλα των γονιών μου» της απαντώ. «Πως σε λένε κοπελούλα μου;» «Αργυρώ», απαντώ. «Λοιπόν, Αργυρώ, πάρε τον καπνό σου κι έλα να κάτσουμε σ’ εκειό το πεζούλι πού’χω κάτι να σου πω.»


Κι εγώ πήρα τον καπνό μου κι ακολούθησα την κυρία στο πεζούλι. Και μου είπε μία ιστορία. Την οποία μου ζήτησε να μην πω σε κανέναν. «Γιατί εδώ στο νησί τσι μάντζιες και το κουσκούς το έχουν σε μεγάλη πέραση» μου είπε.  Ξεκίνησε να μου λέει μία μελένια, τρυφερή, όλο αγάπη ιστορία  και μετά με πήγε πίσω στις ατομικές ιστορίες του κάθε προσώπου οι οποίες είχαν όλες δυσκολία και πόνο. Και μου εξιστορούσε πως οι καημοί κι οι πόνοι προσπεράστηκαν. Για να φέρουν τους τρεις ανθρώπους για τους οποίους μου μίλησε μετά, κοντά. Μου έκανε ένα περίπατο κυκλικό και με γύρισε στην γλύκα της αρχής. Που στην πραγματικότητα ήταν το τέλος.

«Την βλέπεις την άκρη της θάλασσας;» με ρώτησε. «Την γραμμή του ορίζοντα εννοείτε;» είπα εγώ. «Όχι, την άκρη. Εκεί που αρχινάει ή που τελεύει». Δεν μίλησα. Κοιτούσα την θάλασσα και προσπαθούσα να καταλάβω τι εννοεί. «Δεν έχει άκρη η θάλασσα, δεν έχει αρχή και τέλος. Μα μόνο σαν είσαι μέσα της το καταλαβαίνεις. Να το κάμεις αυτό με τη θάλασσα. Να μπαίνεις μέσα της για να νοιώθεις την απεραντοσύνη. Μα να μην κάμεις θάλασσα τον πόνο και τον καημό. Να τους αφήνεις  οπίσω. Ακόμα κι αν είναι φρέσκοι και μεγάλοι. Κι αν δε μπόργιαγες να διώξεις εκειόν εκεί τον καημό, να πας να κάτσεις δίπλα του. Δίπλα μας τσι βάνουμε τσι πολέμιοι, κοπελούλα μου, όχι αντίκρυ να τους κοιτούμε και να μας σκάζουνε. Κι έτσι προβατούμε αντάμα κι όταν είμαστε έτοιμοι κάνουμε ένα βήμα πιο γοργό και τους προσπερνάμε. Και τώρα εγώ θα σε αφήσω να πας να μπεις στην θάλασσα.» «Την δικιά σας ιστορία θα την κρατήσω πολύτιμο μυστικό. Την δικιά μας μπορώ να την μοιραστώ» την ρώτησα. «Η δικιά μας ιστορία είναι όσο δική μου και δική σου. Να την εκάμεις ό,τι θες, κοπελούλα μου, και να της επιστρέφεις όποτε τηνε έχεις γούστο.»

Με αγκάλιασε, χωριστήκαμε, και μπήκα στη θάλασσα.

Και σκεφτόμουν τα λόγια της και σκεφτόμουν αν στα αλήθεια τη συνάντησα ή ήταν η φαντασία μου που πήγε να με σώσει από το κλάμα. Μα δεν ήταν. Η γυναίκα αυτή μπήκε στα πολύτιμα της σεζόν. Που τα πολύτιμα της σεζόν είναι πάντα οι άνθρωποι που γνωρίζω στα νησιά. Να, μπορεί να θυμάσαι πρόπερσι που πήγα πρώτη μου φορά να τρυγήσω και γνώρισα τούτον τον καταπληκτικό άνθρωπο που μου έδειχνε πως να παίρνω τα τσαμπιά από το κλήμα. Και μου είχε πει: «Να μην το κόβεις βίαια και με το ζόρι, κόρη. Να μην έχει μέσα το κρασί αποχωρισμό».

Χθες βράδυ έμαθα για έναν απότομο αποχωρισμό. Η Μπασία θα έκλεινε στις 29/9, μα ο καιρός την άλλη βδομάδα χαλά, δίνει βροχές τέσσερις συνεχόμενες μέρες, κι εμείς είμαστε αυλή. Θα κλείσουμε μεθαύριο. Με πιάσαν τα δάκρυα γιατί κάθε που αφήνω το σπίτι μου παθαίνω αυτό το πράμα. Και τα νησιά που τους δίνομαι γίνονται σπίτια μου κι αυτά. Και κάθε λεπτό λέω στον εαυτό μου πως το τέλος μίας σχέσης είναι αυτό που την προσδιορίζει. Αν τιμήσεις το τέλος της, τιμάς τη σχέση ολόκληρη. Αν το ξεπετάξεις, ό,τι καλό της πρόσφερες το σβήνεις σαν το μολύβι με τη γομολάστιχα. Κι αυτό που μένει είναι πάντα η χαρακιά στο χαρτί.

Εξάλλου, η αλήθεια μου είναι πως η σεζόν δεν τελειώνει ποτέ στο νησί. Τελειώνει πάντα με την προσγείωση στην πόλη, μετά τα πρώτα αγκαλιάσματα με τους ανθρώπους μου, τα μεγάλα καλοσωριστικά τραπέζια, τις νύχτες με τους φίλους μου και τις διηγήσεις μας για τους μήνες που είμασταν χωριστά. Εκεί που ησυχάζει η χαρά, έρχεται η σεζόν και μου ζητά να την εκτιμήσω.  Εσύ κι εγώ, θα έχουμε ακόμα λίγη συνέχεια.