«Τσιμπούσι»: Τσίπουρο – Τσιμπολόγημα – Θαλπωρή

 -  00:11

40

Έχει ανάγκη και η θερινή ραστώνη την αποπλάνησή της. Ώσπου οι συστηματικές λιακάδες να την μετατρέψουν σε περιπλάνηση συμποτική, δηλαδή, γευστική, προκεχωρημένου του Ιουλίου..

Γράφει η Βασιλική Τζότζολα

Δεν παρασύρομαι μακριά από το «σκοτεινό δάσος» που κρύβει τα μελλούμενα για τον Κούκλατζη και το Μητρετώδη. Ούτε πάσχω απάθεια για την αδιαπραγμάτευτη δωροδοκία της «Μακεδονίας». Ωστόσο, εκείνες οι ταπεινές και μεγαλοπρεπείς ετικέτες με το επίθετο «μακεδονικόν», σε γραμματοσειρά πάντα σεμνή, που επικολλώνται στα απαράμιλλης ποιότητος προϊόντα της Βορειοελλαδικής γης, με ωθούν να επιτρέψω στην πένα μου – για το όσο καλοκαίρι μας απομένει – να εξαγνιστεί στη θωπεία της γεύσης. Της πόσης και της βρώσης. Πρωτίστως της παρέας. Για τις επόμενες θερόεσσες Πέμπτες, ένα θα είναι το θέμα μας: το φαγοπότι. Αέναη παραπομπή – ως διδαχή – οι τρεις Δειπνοσοφιστές του ενός Ικάρου[1].

ΤΣΙ … ΟΠΩΣ ΤΣΙΠΟΥΡΟ Ή ΤΣΙΚΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΤΣΙΜΠΟΛΟΓΗΜΑ

«Πάμε να τα πούμε και να πιούμε κάτι»; Η συνηθέστερη και πλέον ευχάριστη στη σωματοψυχή του Έλληνα ερώτηση! Κάτι να πιούμε και να τα πούμε. Ο ορισμός της επιστροφής στον Εαυτό μας και στον Άλλον. Ο νόστος, η επιστροφή στο «συμπόσιο», στη «νοστιμιά» της συνάντησης, τελικά, της «κοινωνίας». Σε ένα πλαίσιο πειθαρχίας στους κανόνες της συν-εστίασης, της σαφήνειας στις γεύσεις και του ρυθμού «λόγοις και έργοις». Την πιο εύρυθμη κι ευκρινή έκφανση των ανωτέρω, αναμφίβολα, αποτελεί η πόσις αποστάγματος εκ στεμφύλων. Κοινώς του «τσίπουρου», αν ορμάσαι εκ Μακεδονίας (Ανατολικής – Δυτικής, ουχί δε Βορείου), ή της «τσικουδιάς» (ρακής), αν εκ Κρήτης ορμώμενος. Μετ’ αυτού δε.. τσιμπολόγημα και κουβεντολόι..!

Ήδη με τον όρο «τσιμπολόγημα» έχει προσεγγισθεί η κατ’ αναλογίαν ποσότητα που δικαιούται ο κάθε συνδαιτυμών, καθώς και ο σεβασμός του κανόνα «follow the queue». Μπορεί ο Ελληνάρας να μη σέβεται τη σειρά, κατά την συναλλαγή στην Τράπεζα ή στο Ταχυδρομείο, αλλά, ως Αρχαίος Έλλην του Χρυσού Αιώνος, ακολουθεί με ευλάβεια τον απαράβατο ρυθμό του μεζέ. Μικρές μπουκιές, εναλλασσόμενες μεταξύ αρκετών πιάτων, που προσφέρουν μεζεδάκια σε μικρές ποσότητες. Ώστε ο ουρανίσκος, παραδομένος στην πειθαρχία του ελαχίστου «βρώματος, πόματος και λόγου», να ευρίσκεται σε εγρήγορση. Ο δε κορεσμός ουδέποτε να φθάνει. Συνοδεία του αποστάγματος στεμφύλων – κι αυτού προσφερομένου σε μικρόν ποτήριον, ενδεδειγμένο διά μικρές γουλιές –η ηδονή. Αυτή διασφαλίζουμε να είναι διαρκής, εντεταμένη και εκτεταμένη, αλλά χωρίς να υπερβαίνει τα άκρα όριά της, που είναι μιας ευτελούς μορφής πληρότητα. Τσιμπολόγημα, τσίπουρο και συζήτηση της παρέας αποτελούν τα εχέγγυα ενός «νόστιμου» συμποσίου και, τελικά, μιας δωρεοδότου ευφορίας των ψυχών και των σωμάτων.

ΤΣΙΠΟΥΡΟ: ΚΑΛΟ ΣΤΟ ΑΙΜΑ, ΚΑΚΟ ΣΤΟ ΨΕΜΑ

Αγιορείτικο ή αγροτικό, με ή χωρίς γλυκάνισο, ευεργετικό για το αίμα, άρα, υγιεινό! Η πρώτη του γουλιά γρατζουνάει πάντα, όπως το πρώτο φιλί. Είναι αυτό, που και σε ελάχιστη ποσότητα ανοίγει τις καρδιές. Όπως ο ατμός το μύδι. Και αναδύει αλήθειες πολλές. [Ακόμη κι εκείνες τις αλήθειες που χρειάζονται για να πεις ψέματα].

ΤΣΙΜΠΟΛΟΓΗΜΑ ΤΟ ΑΠΕΡΙΤΤΟ

Δεν χωράει βουλιμία στο «τσιμπούσι». Όπως στον έρωτα. Γράφει στις «Επικίνδυνες Σχέσεις» ο Λακλό: «…Οι υπερβολές επιτρέπονται μόνο για τους ανθρώπους που θέλουμε να εγκαταλείψουμε σύντομα ..». Το μέτρο, λοιπόν. Αυτό διασώζει ένα συμπόσιο, αυτό και μια σχέση. Ένα κρίθινο παξιμάδι, ένα αρμυρίκι με λεμόνι, μια δροσερή ντομάτα κομμένη «τριαντάφυλλο», μια γραβιέρα Νάξου καλοψημένη στο αλάτι και στο χρόνο, λίγος γαύρος ανασυρμένος από τον αφρό της θάλασσας, μαριναρισμένος σε ξύδι από ξινόμαυρο Ναούσσης. Και αγουρέλαιο που γοητεύει. Όπως κάθε τι πικρό. Ώσπου η παρέα να γλυκάνει την πικρή γοητεία και να την νιώσει θαλπωρή. Και οι ευωδίες να παίζουν το «πιάσε μ’ αν μπορείς»..

Αχ, Θέρος Ηδύοσμον..! Τι κι αν ερχόσουν για μια στιγμή μόνον; Κι άλλους δώδεκα μήνες θα υπέμενα για να Σε δω!

[Συνεχίζουμε]

 

 

 

[1] Ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος Δειπνοσοφιστής

[και για την υπογραφή, Χρίστος Ζουράρις], Εκδ. «Ίκαρος»